Νίκος Α. Κούκης, Υπεύθυνος Λυκείου Εκπαιδευτηρίου Δούκα Πρόεδρος Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού

«Ο θρίαμβος της γενναιότητας»

Τα 200 χρόνια από την έναρξη του Εθνικού Επαναστατικού Αγώνα σηματοδοτούν, αναμφίβολα, μια πρόκληση για την βαθιά κατανόηση των αρετών του Γένους αλλά και μια αφορμή για μια νηφάλια συνεξέταση κάποιων αδυναμιών οι οποίες κατά τους αιώνες που διανύθηκαν από την έκρηξη της επανάστασης εξακολουθούν να μας συντροφεύουν και να απομυζούν τους χυμούς του έθνους.

Το εγχείρημα που έχει την αφετηρία του, συμβολικά έστω, τον Σεπτέμβριο του 1814 στην Οδησσό, όταν τρεις μικροέμποροι ίδρυσαν τον οργανωτικό βραχίονα της  επαναστατικής εκκίνησης, τη Φιλική Εταιρεία, ήταν ολόκληρο ένα παράτολμο και ριψοκίνδυνο βήμα. Οι εμπνευστές της Φιλικής ήταν διαποτισμένοι από το πνεύμα του Διαφωτισμού και την επαναστατική ορμή της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία προέβαλε τα δικαιώματα του ελεύθερου πολίτη, έναντι καταπιεστικών καθεστώτων. Ωστόσο, η πορεία των πραγμάτων κρίνεται στο ρεαλιστικό επίπεδο και όχι στο προθετικό. Και εκεί η πραγματικότητα ήταν αποκαλυπτική και τα δεδομένα δυσχερή για τα φιλόδοξα σχέδια των Φιλικών. Επιπλέον, θα έπρεπε να πείσουν τους ομοεθνείς τους για την σοβαρότητα της προετοιμασίας και τις ελπίδες επίτευξης του στόχου. Και εδώ όμως όλα ήταν αρνητικά. Ο ελληνισμός ζούσε διάσπαρτος από τη Δύση μέχρι τη Μ. Ασία και από το Βορρά της Βαλκανικής μέχρι την Κρήτη και την Κύπρο. Μετά το 1815 ‘’ η αρχή της νομιμότητας’’ της Ιεράς Συμμαχίας επέβαλλε τον απαρασάλευτο γεωπολιτικό χάρτη της παλινόρθωσης και της εξόντωσης των επαναστατικών πυρήνων. Έλληνες διανοούμενοι
(Κοραής) αλλά και άνθρωποι που διάβαζαν καλά τα διεθνή πράγματα (Καποδίστριας) συνιστούσαν υπομονή και μιλούσαν για άκαιρο επαναστατικό οίστρο που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε εθνική καταστροφή. Οι εξελίξεις ωστόσο υπήρξαν ραγδαίες και το ενθουσιαστικό επαναστατικό πνεύμα προσπέρασε τις δικαιολογημένες ενστάσεις σαρώνοντας τις παραδοσιακές ιδέες, τις οικογενειακές και τοπικιστικές αντιλήψεις, και οδήγησε το βηματισμό των επαναστατών στη νεωτερική εκδοχή της ιστορικής αντίληψης με βάση τις εθνικές βλέψεις.

Η Επανάσταση του ‘21, αυτή η βαθιά για το έθνος ιστορική τομή, γεννά σε όλους μας απορίες, θαυμασμό και προβληματισμούς. Είναι το έργο σπουδαίων πνευματικών και στρατιωτικών ηγητόρων, οι οποίοι κατόρθωσαν να διεθνοποιήσουν το μακροχρόνιο εθνικό αγώνα αλλά και αποτέλεσμα της αδάμαστης θέλησης του απλού λαού, ο οποίος αν και έβλεπε την δήωση που προκαλούσε ο Ιμπραήμ, ήταν αυτός ο οποίος απέδειξε  αντοχές απίστευτης ισχύος και με την υπερήφανη επιμονή του, προκάλεσε, τελικώς, την επέμβαση «προστάτιδων» στο Ναυαρίνο. Κοντά σε αυτά αξίζει να παραμείνουμε κριτικοί έναντι αδυναμιών, παθών και λανθασμένων επιλογών που λίγο έλειψαν να τινάξουν στον αέρα τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας και να αφανίσουν τις θυσίες των Ελλήνων, έναντι της πανίσχυρης οθωμανικής αυτοκρατορίας που διέθετε τεράστιους οικονομικούς πόρους, στρατιωτική και διπλωματική ισχύ.

Οι Έλληνες αυτά τα 200 χρόνια διπλασίασαν την εδαφική έκταση του νεοσύστατου κράτους, διατήρησαν τη θέση τους στο διεθνές δημοκρατικό-δυτικό σύστημα και εντάχθηκαν σε μεγάλους οργανισμούς που διαμόρφωσαν περιβάλλον γεωπολιτικής ασφάλειας έναντι επιθετικών γειτόνων. Δεν έλειψαν βέβαια οι παρορμητικές και απαράσκευες ενέργειες (ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897), οι υπερβολικές φιλοδοξίες επέκτασης (1920-1922) στη Μ. Ασία μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, τα λάθη στη διαχείριση των οικονομικών του κράτους, επιλογές που βασίζονταν συχνά σε μια ευκαιριακή και παροντική αντίληψη των πραγμάτων.

Ο Διονύσιος Σολωμός έλεγε ότι: ‘’Εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό’’, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούμε και δεν πρέπει να πορευόμαστε χωρίς αναφορές στην πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να κρύβουμε την αλήθεια, τα νέα δεδομένα, και τις αδυναμίες μας. Αυτονόητο είναι ότι δεν μπορούμε να επιτρέπουμε σε ιδεολογικά νεφελώματα να εμποδίζουν, μέσα στην ομίχλη του ψεύδους, τη θέαση της πραγματικότητας. Και αυτή η νέα πορεία θα επιτρέψει τις προσαρμογές, συχνά δύσκολες και οδυνηρές αλλά αναγκαίες. Και το καλύτερο θα ήταν να καταπολεμούμε πάθη, όπως αυτά που λίγο έλειψαν να αποδιοργανώσουν την Επανάσταση και να την εκτροχιάσουν κατά τους σκληρούς και μάταιους εμφυλίους πολέμους την ώρα που ο Ιμπραήμ αποβιβαζόταν ανεμπόδιστα στην Πελοπόννησο.

Ο Κολοκοτρώνης έλεγε ότι ‘’ο θεός έχει υπογράψει την απελευθέρωση της Ελλάδος και δεν παίρνει την υπογραφή του πίσω’’. Η φράση είχε, αναμφίβολα, την αξία της, όταν ο Γέρος έπρεπε με το λόγο του να εμψυχώσει και να καθοδηγήσει τους αγωνιστές του, αλλά και να εμποδίσει την λιποψυχία να εγκατασταθεί στη ψυχή τους την ώρα του ύστατου Αγώνα. Ταυτόχρονα οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί στη γενίκευση  υπεραισιόδοξων απόψεων. Γιατί εκείνο που μπορεί να ανυψώσει την Ελλάδα είναι ο πατριωτισμός που ενώνει, ο σχεδιασμός που εμπνέει, η οργάνωση που πολλαπλασιάζει, η συνεργασία που βελτιώνει και εμποδίζει την εμφάνιση του φανατισμού και των εγωιστικών παθών.

Οι πρόγονοί μας ήρθαν αντιμέτωποι με τον φατριασμό και τον τοπικισμό, αδυναμίες και δεν τις υπερέβησαν πάντοτε. Σε αρκετές των περιπτώσεων θα μπορούσαμε να τους δικαιολογήσουμε ως τέκνα μιας ιστορικής εποχής με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ας κοιτάξουμε όλοι τον σημερινό εαυτό μας χωρίς άλλοθι και ας απαλλαγούμε από τους σύγχρονους φατριασμούς, το ατομικό και κομματικό συμφέρον που συχνά υπερέχει έναντι του εθνικού και κοινωνικού μας καθήκοντος.

Μπορεί το νεοσύστατο κράτος να υπολειπόταν σε έκταση έναντι των φιλοδοξιών του Γένους. Όμως η Ελλάδα στα διακόσια χρόνια από τότε διπλασίασε την έκτασή της, κατόρθωσε να εδραιώσει μία ανθεκτική δημοκρατία και να συμπεριλαμβάνεται στα πλουσιότερα σαράντα κράτη του κόσμου. Και γι αυτό πρέπει να είμαστε υπερήφανοι αλλά πρωτίστως άξιοι συνεχιστές.