Βασίλης Καραποστόλης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Όταν η πέννα μιλά στο σπαθί

Ποτέ δεν έγινε πεποίθηση στον ελληνικό λαό ότι οι αξίες και οι αρετές έχουν μιαν ύπαρξη ανεξάρτητη, ως ένα βαθμό, από τους ζωντανούς ανθρώπους. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί προσόν για ένα λαό. Από μιαν άποψη δείχνει ότι οι πολλοί περιμένουν και απαιτούν πολλά από τους λίγους, οι οποίοι τους καθοδηγούν ή τους κυβερνούν. Από μιαν άλλη άποψη, όμως, η απαίτηση αυτή θέτει σε αδυσώπητη δοκιμασία τους ηγέτες, γεγονός που κατά κανόνα οδηγεί στη διαπίστωση ότι εκείνοι από τους οποίους αναμένονται τα καλύτερα, ούτε καν τα πλησιάζουν. Είναι μια διάψευση που έχει χαράξει επανειλημμένα στη χώρα μας την κοινή συνείδηση. Σε περιόδους,, μάλιστα, εθνικής αναστάτωσης και αυξημένων προσδοκιών, ανάμικτων με φόβους, οι πληγές που άφησε ήταν τόσο βαθιές όσο και μια ήττα από τους εξωτερικούς εχθρούς.

Κατά την Επανάσταση του ‘21 οι σχετικές μαρτυρίες αφθονούν. Μια από τις πιο εύγλωττες και σφραγισμένες έντονα από την έξαψη των καιρών, είναι η επιστολή που έστειλε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στον Κοραή τον Απρίλιο του 1823. Ο οπλαρχηγός απευθύνεται στον εκπατρισμένο λόγιο με έναν σεβασμό και μιαν ευγνωμοσύνη που φαίνεται από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι αποτελούν το προοίμιο ενός αιτήματος. Η επιστολή κατατρύχεται από αγωνία: ο παραλήπτης της καλείται να έλθει το γρηγορότερο κοντά στους αγωνιζόμενους ομοεθνείς του. Δεν είναι, πλέον, αρκετό να εκδίδονται βιβλία στην αλλοδαπή, να κυκλοφορούν σκέψεις και προτάσεις, χρήσιμες για την απελευθέρωση των υποδούλων και για την συγκρότηση ενός ανεξάρτητου κράτους. Ακόμη πιο ουσιαστικό, κατά τον επιστολογράφο, είναι ο εκλεκτός και θερμός υποστηρικτής των ελληνικών δικαίων να έλθει στη γενέτειρα και εκ του σύνεγγυς να παρέμβει ώστε οι αγαθές ιδέες του να ριζώσουν πραγματικά στα κακοτράχαλα πάτρια εδάφη. Για να γίνει αποδεκτή μια αλήθεια χρειάζεται να πάρει ενσαρκωμένη μορφή. Αυτοπροσώπως ο Κοραής, με την επιτόπια παρουσία του, πρέπει να επωμισθεί τις υποδείξεις του για την ορθή διακυβέρνηση, την ισονομία, την αποφυγή των διχασμών. Διαφορετικά, οι φωτεινές ιδέες θα εξανεμιστούν, όπως συμβαίνει με όλα τα αόριστα λόγια, με όλες τις ευχές που λένε οι καλοπροαίρετοι, πλην άπραγοι άνθρωποι.

Η φωνή του Ανδρούτσου έχει έναν τόνο σχεδόν σπαρακτικό: πηγάζει από το προαίσθημα ότι οι φατρίες και οι παρατάξεις που έχουν ήδη σχηματισθεί, απειλούν να σύρουν την Επανάσταση στον άθλιο δρόμο της διχόνοιας και της αλληλοεξόντωσης. Τα προμηνύματα γίνονται ακόμα πιο σκοτεινά καθώς μας αφήνουν να μαντέψουμε πως η δίνη του εμφυλίου και των παθών του έχει αρχίσει να παρασέρνει και τον ίδιο τον Ανδρούτσο. Παλεύει για να γλυτώσει. Καλεί σε βοήθεια έναν άνθρωπο του λόγου για να ξορκίσει την έλλειψη σύνεσης, τις παρορμήσεις και τις ορέξεις, το «φίλαρχον» και το «φιλόπλουτον» τα οποία, όπως καταγγέλλει, δεσπόζουν πλέον στην πολιτική σκηνή.

Όταν, κατόπιν, διαβάζουμε στην απάντηση του Κοραή ότι η μετάβασή του στην πατρίδα είναι αδύνατη, λόγω γήρατος και ασθενειών, καταλαβαίνουμε ότι στην άλλη πλευρά, ο αποδέκτης της μένει κυριολεκτικά με άδεια χέρια. Δεν μπορεί να αγγίξει την αλήθεια. Ο φορέας της, ο εκπρόσωπός της είναι απών. Έχουν διατυπωθεί σκέψεις, έχουν αναπτυχθεί συλλογισμοί, έχει υπογραμμισθεί το ορθό και το ωφέλιμο για το έθνος. Είναι μόνο λέξεις πάνω στο χαρτί. Παραμένει άδηλο σε ποια θερμοκρασία της ψυχής αντιστοιχούν, τι θα θυσίαζε αυτός που τις έγραψε για να δει το πνεύμα του να μετατρέπεται από διδαχή σε πράξη. Πίσω απ’ τις λέξεις το πρόσωπο του συγγραφέα αποτραβιέται, σβήνει. Πόσο δυσβάστακτο το κενό για τους Έλληνες, γι’ αυτούς που όλα και όλους θέλουν να τα ψηλαφούν, να τα περιεργάζονται, να τα ρωτούν, ή να τα ανακρίνουν, αν είναι πρόσωπα. Όμως αυτή είναι η συνθήκη για τις ανθρώπινες υποθέσεις. Τα αφηρημένα δεν είναι για να τα χειριζόμαστε σαν συγκεκριμένα. Οι ιδέες επιδρούν εξ αποστάσεως, δοκιμάζονται, ελέγχονται, κρίνονται. Αλλά είναι καταστροφικό να θέλει κανείς να βλέπει ολόκληρη τη δικαιοσύνη πάνω σ’ έναν δικαστή, ολόκληρη τη δημοκρατία πάνω σ’ έναν βουλευτή, ολόκληρη τη γνώση πάνω σ’ έναν δάσκαλο, ολόκληρη την ευσπλαχνία σ’ έναν ιερέα. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης είναι η απογοήτευση, που μετά τους ανθρώπους θα μολύνει και οτιδήποτε πάρει το όνομα του «καλού» ή του «πρέποντος» .

Το προαίσθημα του Ανδρούτσου αποδείχθηκε σωστό. Φάνηκε πως οι Έλληνες δυσκολεύονται πολύ να κρατήσουν τα ιδεατά πράγματα έξω από τις φθορές που επιφέρει η πραγματικότητα στο κάθε τι. Όλη η ιστορία τους – όπως και η κοινωνική τους ζωή – είναι σημαδεμένη από αυτή τη δυσκολία. Δεν θα ορθοποδήσουν ποτέ αν δεν την ξεπεράσουν. Είναι υποχρεωμένοι να πιστέψουν σε κάτι που δεν το πιάνει αμέσως το μάτι τους. Να γίνουν εύπιστοι; Φυσικά, όχι. Αυτό ούτε γίνεται, ούτε πρέπει να γίνεται. Το να σκέπτονται όμως πως η πατρίδα τους, εκτός από πραγματικότητα, είναι και μια δυνατότητα, αυτό διαφέρει. Όσο διαφέρει το όνειρο από το ιδεώδες. Με το όνειρο απομακρυνόμαστε από την πραγματικότητα. Με το ιδεώδες επιστρέφουμε για να την αναμορφώσουμε. Πρέπει λοιπόν να μάθουμε να είμαστε λιγότερο δύσπιστοι στα μη εντελώς ορατά. Η Ελλάδα ανήκει σ’ αυτά. Ένα μέρος της βρίσκεται πέρα από τα λάθη, τις αδυναμίες, τα εγκλήματα ή και τις φευγαλέες εξάρσεις των γόνων της.