Χρήστος Καποδίστριας, Απόφοιτος Εκπαιδευτηρίων Δούκα1982, Διπλωμάτης, Υποδιευθυντής στο Διπλωματικό Γραφείο Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών

Τα πρώτα βήματα της Ελληνικής Διπλωματίας

Βασικό στοιχείο κάθε συστήματος, από τη στιγμή της γεννέσεώς του, είναι η αλληλεπίδραση με τα υπόλοιπα συστήματα που δρουν στο ίδιο περιβάλλον.

Η καλλιέργεια και ανάπτυξη σχέσεων, η συγκρότηση συμμαχιών, η ενίσχυση της θέσης, είναι από τις βασικές επιδιώξεις μίας νεοσύστατης πολιτικής οντότητας από τη στιγμή της δημιουργίας της και εισόδου της στο διεθνές σύστημα και, κυρίως, από τη στιγμή που αποκτά την υπόσταση του κράτους.

Μία από τις πρώτες πράξεις του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους ήταν η ίδρυση Διπλωματικών και Προξενικών Αρχών σε χώρες και περιοχές εθνικού ενδιαφέροντος.

Με διάταγμα του 1833, η τότε Αντιβασιλεία που διοικούσε τη χώρα εν αναμονή της ενηλικίωσης του Όθωνα, ιδρύει τις πρώτες Ελληνικές Πρεσβείες στις μεγάλες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες της εποχής και τα πρώτα Προξενεία και Υποπροξενεία σε τόπους σημαντικής ή ιστορικής συγκέντρωσης Ελλήνων.

Με τη διοικητική αυτή πράξη, επομένως, η Ελλάδα εισέρχεται επίσημα στο διεθνές διπλωματικό σύστημα της εποχής.

Εντός του συστήματος αυτού, το νεοσύστατο κράτος, με τα σύνορα που στο βορρά σταματούσαν στη Στερεά Ελλάδα, θα κληθεί να επιδιώξει την πραγμάτωση των εθνικών του στόχων: παγίωση της ανεξαρτησίας που είχε επιτευχθεί με τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, ενίσχυση της θέσης της χώρας στο διεθνές στερέωμα, υλοποίηση του εθνικού οράματος συμπερίληψης στα σύνορά της όλων των περιοχών στις οποίες διαβιούσε ο Ελληνισμός.

Η παρουσία των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, οι οποίες, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, είχαν διακρίνει, ευνοήσει και, εν τέλει, υποστηρίξει τη δυναμική της Επανάστασης του 1821, υπήρξε καθοριστική συνιστώσα για τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής του νέου κράτους και τον προσδιορισμό των βασικών διπλωματικών επιλογών.

Αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία σε ένα Ευρωπαϊκό περιβάλλον που είχε μόλις πριν μερικά χρόνια εγκαθιδρυθεί με την Τελική Πράξη του Συνεδρίου της Βιέννης (9 Ιουνίου 1815) και που διατηρήθηκε, παρά τους κλυδωνισμούς που υπέστη, για έναν περίπου αιώνα.

Βασική επιδίωξη των πρωταγωνιστών του, η οποία διατηρήθηκε και στη σειρά Συνεδρίων που ακολούθησε, υπήρξε η πάση θυσία υπεράσπιση της αρχής της νομιμότητας, έναντι κάθε είδους προσπάθειας ανατροπής του status quo, ιδίως αν η προσπάθεια αυτή προερχόταν από τη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και τη συνακόλουθη έκρηξη εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.

Τον ιδιαίτερο ρόλο του προστάτη της αρχής της νομιμότητας διαδραμάτισε, τα χρόνια που ακολούθησαν το Συνέδριο της Βιέννης, η “Ιερά Συμμαχία” μεταξύ Ρωσίας, Αυστρίας και Πρωσίας.

Ταυτόχρονα, ο διεθνής αντίκτυπος του αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία είχε προκαλέσει τη συμπάθεια νέων Δυνάμεων της εποχής.

Ιδιαίτερη θέση σε αυτό το πλαίσιο κατέχει το φιλελληνικό δόγμα Monroe, με το οποίο ο 5ος Πρόεδρος των ΗΠΑ James Monroe, κατά τη διάρκεια του State of the Union Address (2 Δεκεμβρίου 1823) και τάσσοντας ρητώς την ανερχόμενη, τότε, πέραν του Ατλαντικού Δύναμη εναντίον της αποικιοκρατίας, τοποθέτησε, με εξόχως βαρύνοντα τρόπο από γεωστρατηγική άποψη, την αγωνιζόμενη Ελλάδα ως ισότιμη μεταξύ των Ευρωπαϊκών κρατών.

Ακόμη και αν στο υπόβαθρο αυτής της πολύτιμης έκφρασης υποστήριξης ενυπήρχε η επιθυμία της Ουάσιγκτον να κρατήσει τους Ευρωπαίους μακριά από την Αμερικανική ήπειρο, δεν παύει να αποτελεί ένα ορόσημο στη μακρά και επίπονη προσπάθεια απόκτησης διπλωματικών στηριγμάτων στον αγώνα της Παλιγγενεσίας.

Μία προσπάθεια, στην οποία τα προηγούμενα χρόνια είχε πρωτοστατήσει ο Ιωάννης Καποδίστριας, πριν υποβάλει, το 1822, την παραίτησή του από τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, έχοντας διαπιστώσει ότι τα επιχειρήματά του υπέρ της Ελληνικής υπόθεσης δεν έπειθαν πλέον τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις ένα έτος πριν τη δημοσιοποίηση του νέου αυτού δόγματος της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, είχε λάβει χώρα στη Βερόνα ένα ακόμη από την προαναφερθείσα σειρά Ευρωπαϊκών συνεδρίων, με βασικό αντικείμενο και πάλι την καταστολή απελευθερωτικών κινημάτων.

Σε αυτό το αρνητικό περιβάλλον για την Ελληνική επανάσταση, αποδείχθηκε καταλυτικής σημασίας η αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή της Βρετανικής διπλωματίας, με την αντικατάσταση του αυτοχειριασθέντος Castlereagh, οπαδού της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τον George Canning, η οποία σηματοδότησε μία διαμετρική αλλαγή στη στάση της Βρετανίας στο Ελληνικό ζήτημα και την τοποθέτησή της, πλέον, υπέρ των αγωνιζομένων για την ελευθερία τους Ελλήνων.

Η μεταστροφή της Βρετανικής πολιτικής, σε συνδυασμό με την θετικότερη έναντι των Ελλήνων στάση της Γαλλίας αλλά και της Ρωσίας (ιδίως μετά την άνοδο στον τσαρικό θρόνο του Νικολάου Α’ το 1825), οδήγησαν στη σύναψη της Συνθήκης του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827, μεταξύ των τριών Δυνάμεων.

Η Συνθήκη αυτή προέβλεπε για πρώτη φορά την ίδρυση ενός αυτόνομου Ελληνικού κράτους υπό την ψιλή επικυριαρχία του Σουλτάνου. Η άρνηση του τελευταίου να την αποδεχθεί οδήγησε βαθμιαία στην καταλυτικής σημασίας ναυμαχία του Ναυαρίνου, τον Οκτώβριο του 1827.

Ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1828-29 επιτάχυνε τις εξελίξεις και επιδείνωσε τη θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ με τη Συνθήκη της Ανδριανούπολης το 1829, η Πύλη υποχρεώθηκε να δεχθεί την Ελληνική ανεξαρτησία, η οποία επικυρώθηκε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, που υπεγράφη στις 3 Φεβρουαρίου του 1830 από Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία.

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου ήταν η πρώτη επίσημη, διεθνής διπλωματική πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, το οποίο θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.

Μία ακόμη ουσιαστική παράμετρος που καθόριζε το Ευρωπαϊκό σύστημα διεθνών σχέσεων, εντός του οποίου το σύγχρονο Ελληνικό κράτος εκλήθη να επιδιώξει την πραγμάτωση των εθνικών στόχων, τόσο αρχικά όσο και στις επόμενες δεκαετίες, είναι οι κοινωνικές αναταράξεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, οδήγησαν στις μεγάλες επαναστάσεις στην Ευρώπη του 1830 και του 1848.

Καθ’όσον αφορά τη χώρα μας, η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, οδήγησε στην Εθνοσυνέλευση του 1843 και το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα, ένα από τα πλέον προοδευτικά της εποχής του.

Ο συνταγματικά, πλέον, κατοχυρωμένος καθορισμός των τομέων κυβερνητικής δράσης, αναβάθμισε το 1844 την Γραμματεία επί των Εξωτερικών (όπως είχε καθοριστεί κατά την Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου) σε Υπουργείο Εξωτερικών.

Η συμπλήρωση 200 ετών από την έναρξη της επανάστασης βρίσκει τη χώρα μας σε μία αξιοζήλευτη θέση από πλευράς διεθνών σχέσεων.

Το δημοκρατικό πολίτευμα, σε συνδυασμό με την προσήλωση στις αρχές του κράτους δικαίου και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και με την συνταγματικά κατοχυρωμένη διάκριση των εξουσιών, προσδίδουν στη χώρα μας ανεκτίμητα πλεονεκτήματα κατά τη συμμετοχή της στο σύστημα των διεθνών σχέσεων και την αλληλεπίδραση με άλλα κράτη και κοινωνίες.

Η ισότιμη συμμετοχή της στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα και σε πληθώρα Διεθνών Οργανισμών καθιστά την Ελλάδα έναν αξιόπιστο διεθνή εταίρο και, ταυτόχρονα, παράγοντα σταθερότητας και συνεργασίας, στη βάση του διεθνούς δικαίου.

Η πρόσφατη ανάληψη της Προεδρίας της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έφερε τη χώρα μας, για το εξάμηνο Μαΐου – Νοεμβρίου 2020 στο τιμόνι του Οργανισμού που αποτελεί θεματοφύλακα αρχών και αξιών όπως η Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Δόθηκε, επομένως, στη χώρα μας η ευκαιρία να επαναβεβαιώσει την προσήλωσή της σε αυτές τις αρχές και αξίες, οι οποίες και αποτελούν το θεμέλιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, του παλαιότερου πολιτικού οργανισμού της Ευρώπης, που ιδρύθηκε το 1949, στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εδρεύει στην πόλη σύμβολο της μεταπολεμικής Ευρώπης, το Στρασβούργο.

Ταυτόχρονα, η Ελληνική Προεδρία ανέλαβε το δύσκολο έργο να ηγηθεί της προσπάθειας να επικοινωνηθούν εκ νέου τα μηνύματα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και να αναδειχθεί και πάλι η σημασία τους ως κινητήρια δύναμη για τις κοινωνίες μας και τη δικαιική μας παράδοση.

Οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικράτησαν σε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και διεθνώς, λόγω της πανδημίας, κατέστησαν το εγχείρημα αυτό ακόμη δυσχερέστερο.

Η Ελληνική Προεδρία ανταποκρίθηκε με ενισχυμένο αίσθημα καθήκοντος και προσαρμοστικότητας, φέροντας τη δοκιμασία αυτή στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων της και του διαλόγου στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

Δημιουργώντας την κατάλληλη ψηφιακή και τεχνολογική υποδομή, υπήρξε η πρώτη ψηφιακή Προεδρία στην ιστορία του Οργανισμού, καθιερώνοντας τον όρο “e-Chairmanship” και διοργανώνοντας έναν εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό δράσεων, συνεδρίων, διασκέψεων, εργαστηρίων και συζητήσεων, ακόμη και καλλιτεχνικών γεγονότων, με ψηφιακό τρόπο.

Στις δράσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται και τέσσερεις Υπουργικές Σύνοδοι, μεταξύ των οποίων και η 130ή Σύνοδος της Επιτροπής Υπουργών (4.11.2020), η οποία υιοθέτησε τη “Διακήρυξη των Αθηνών”.

Πρόκειται για ένα πρωτογενές κείμενο πολιτικής δέσμευσης για την προστασία της Δημοκρατίας, του Κράτους Δικαίου και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε καιρό πανδημίας, από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Με τη “Διακήρυξη των Αθηνών” και, ταυτόχρονα, με την εξίσου σημαντική επιτευχθείσα συμφωνία για τη σύσταση Παρατηρητηρίου για τη Διδασκαλία της Ιστορίας, η Ελληνική Προεδρία αφήνει μία σημαντικότατη παρακαταθήκη στο Ευρωπαϊκό σύστημα αξιών αλλά και στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες, όσον αφορά τον τρόπο διαχείρισης μίας κατάστασης ανάγκης με ταυτόχρονο σεβασμό στη Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Ακόμη περισσότερο, όμως, αποδεικνύει ότι σήμερα, 200 χρόνια μετά την έναρξη του αγώνα της ανεξαρτησίας, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των διεθνών εξελίξεων, συμμετέχοντας ισότιμα και ενεργά στο διεθνές γίγνεσθαι, ως παράγοντας σταθερότητας και συνεργασίας που προάγει τις αρχές και αξίες που διέπουν τον ανεπτυγμένο κόσμο, διαφυλάττοντας, ταυτόχρονα, τα ιερά και τα όσια της πατρίδας και του έθνους μας, όπως έπραξαν οι αγωνιστές του 1821.