Σταύρος E. Ιωάννου, Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, Group COO & Διεθνείς Δραστηριότητες, Eurobank Α.Ε.

Η Οικονομική Εξέλιξη του Νέου Ελληνικού Κράτους

Η διαδρομή του νέου ελληνικού κράτους, από την Επανάσταση έως σήμερα, είναι γεμάτη σπουδαία επιτεύγματα αλλά και αυτοκαταστροφικές αποτυχίες, πάντα όμως με μια μακροχρόνια τάση ανοδική, που οδηγεί εγγύτερα στα πρότυπα των προοδευμένων χωρών. Από τη μικρή μετεπαναστατική Ελλάδα της Πελοποννήσου, των Κυκλάδων και μέρους της Στερεάς, στην Ελλάδα των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών του Βενιζέλου και τη σημερινή Ελλάδα, από μία επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας που στερείτο διεθνούς αναγνώρισης σε ισότιμο μέλος της ενωμένης Ευρώπης και από συμπίλημα τοπικών φεουδαρχών σε οργανωμένο εθνικό κράτος. Αυτό που ίσχυσε για την πολιτική οργάνωση του νέου κράτους, ίσχυσε και για την οικονομική του εξέλιξη: η οικονομική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας είναι μία ιστορία οικονομικών κρίσεων και πτωχεύσεων, κακοδιαχείρισης, αποτυχιών, αλλά και περιόδων τολμηρών μεταρρυθμίσεων και ταχείας ανάπτυξης. Η συνολική πορεία όμως οδήγησε στην αναβάθμιση των θεσμών της οικονομίας, τη σύγκλιση των κατά κεφαλήν εισοδημάτων με αυτά των πολιτών της Δυτικής Ευρώπης και τη γενικότερη άνοδο της οικονομικής ευημερίας. Αυτό για ένα σχετικά νέο κράτος, μόλις 200 ετών, με ταραγμένη ιστορία που ταλανίστηκε από αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις, δεν είναι μικρό κατόρθωμα.

Η ελληνική οικονομία μετά την Επανάσταση του 1821 ήταν μία φτωχή, αγροτική οικονομία, με ανύπαρκτες ή κατεστραμμένες υποδομές και ελλιπή οργάνωση. Η δε οικονομική διοίκηση, χαρακτηριζόταν από γραφειοκρατία, ευνοιοκρατία και αναποτελεσματικότητα. Η γλαφυρότερη ίσως αποτύπωση της οικονομικής κακοδαιμονίας των πρώιμων ετών –αν και παρόμοιες πρακτικές παρατηρήθηκαν δυστυχώς και στη σύγχρονη εποχή- δίνεται από την ιστορία των διάσημων «δανείων της ανεξαρτησίας», δύο δανείων που συνήφθησαν με αγγλικούς οίκους το 1824 και 1825 για να χρηματοδοτήσουν τις ανάγκες του Αγώνα και χαιρετίστηκαν ως έμμεση αναγνώριση του -αγέννητου ακόμη- ελληνικού κράτους. Δεδομένου του ρίσκου ενός τέτοιου δανεισμού, δεν προκαλεί έκπληξη ότι πληρώθηκαν σχετικά υψηλοί τόκοι και προμήθειες. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των δανείων σπαταλήθηκε σε παραγγελίες πολεμικού υλικού που ποτέ δεν έφτασε στην Ελλάδα ή χρησιμοποιήθηκε για να κερδίσει η παράταξη Κουντουριώτη την εμφύλια διαμάχη, κάποιοι λένε και στην πολυτελή διαβίωση των Ελλήνων διαπραγματευτών των δανείων. Επιπλέον, για την αποπληρωμή των δανείων υποθηκεύτηκαν τα «εθνικά κτήματα». Εν τέλει, τα δάνεια αυτά υπήρξαν αφετηρία εξάρτησης της χώρας από την Αγγλία.

Η μεγάλη ευκαιρία για την οργάνωση της οικονομίας με ευρωπαϊκά πρότυπα χάθηκε με τη δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Ακολούθησε μία ανεπιτυχής διαχείριση την περίοδο της Βαυαροκρατίας, πολλές πελατοκρατικές κυβερνήσεις, οι οποίες διόγκωναν το μέγεθος του δημόσιου τομέα για να διασφαλίσουν εκλογική επιτυχία, διογκώνοντας παράλληλα και το δημόσιο χρέος, και δικτατορίες οι οποίες ξόδευαν για να τονώσουν τη δημοφιλία τους. Όσο η παραγωγικότητα της οικονομίας παρέμενε χαμηλή και τα δάνεια σπαταλιόνταν σε αντιπαραγωγικές χρήσεις, το ελληνικό κράτος σε τακτά χρονικά διαστήματα έφθανε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών του και κήρυξη χρεοκοπίας. Η πρώτη πτώχευση κηρύχθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια μόλις το 1827, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης των προαναφερθέντων «δανείων της ανεξαρτησίας». Ακολούθησε η χρεοκοπία του 1843 επί Όθωνος, επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου και εκ νέου αδυναμία εξυπηρέτησης δανείων το 1861. Συνολικά, η Ελλάδα έμεινε εκτός αγορών μέχρι το 1879. Και μόλις 14 χρόνια αφότου κατέστη πάλι εφικτός ο εξωτερικός δανεισμός, η Ελλάδα κήρυξε εκ νέου πτώχευση το 1893 επί Χαριλάου Τρικούπη, στον οποίον αποδίδεται το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», και υποτίμηση της δραχμής στη μισή αξία. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά οι πόροι είχαν χρησιμοποιηθεί για να χρηματοδοτηθούν η απελευθέρωση ελληνικών εδαφών και έργα υποδομής, συμπεριλαμβανομένων του οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου και της αποξήρανσης της Κωπαΐδας, υποδομές που χρησιμοποιούνται ακόμη και –σημειωτέον- χρηματοδοτήθηκαν από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Ακολούθησε η χρεοκοπία του 1932, απότοκος των δαπανών ενσωμάτωσης των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και της Μεγάλης Ύφεσης του 1929. Τελευταία φορά που η Ελλάδα αθέτησε δανειακές υποχρεώσεις ήταν το 2010, γεγονός που ακολουθήθηκε από την εφαρμογή τριών Προγραμμάτων Προσαρμογής για τη διόρθωση των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών ισορροπιών.

Η οικονομική ιστορία της Ελλάδας όμως δεν ήταν μόνο καταστροφές και φαυλοκρατία. Υπήρξαν περίοδοι σημαντικών μεταρρυθμίσεων που οδήγησαν σε εκβιομηχάνιση και ταχεία ανάπτυξη. Αξίζουν να αναφερθούν οι μεταρρυθμίσεις του Χαρίλαου Τρικούπη και του Ελευθέριου Βενιζέλου, οι οποίες επέτρεψαν την εκβιομηχάνιση και την κατασκευή μεγάλων δημόσιων έργων, το πρόγραμμα Μαρκεζίνη, το οποίο, σε συνδυασμό με το Σχέδιο Μάρσαλ, οδήγησε στο οικονομικό θαύμα της ταχύτατης ανάπτυξης μετά το 1953, αν και με παράλληλη μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων στο εξωτερικό. Εξίσου σημαντική, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ αρχικά, κατόπιν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, τελικά, στη Ζώνη του Ευρώ. Αυτό επέτρεψε την στρατηγική ισχυροποίηση της χώρας και την εισροή τεράστιων κονδυλίων: μόνο από την Κοινή Αγροτική Πολιτική και τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ, η χώρα έχει ήδη εισπράξει ποσά τα οποία ξεπερνάνε κατά πολύ το ΑΕΠ ενός έτους (αν και η χρήση αυτών των χρημάτων δεν έγινε πάντα με αναπτυξιακά κριτήρια) και αναμένονται άλλα €80δις από τα διαρθρωτικά ταμεία της επόμενης περιόδου και το ταμείο Στήριξης της οικονομίας μετά τον κορωνοϊό. Εξίσου σημαντική όμως, υπήρξε και η ενσωμάτωση στους ευρωπαϊκούς οικονομικούς θεσμούς που επέτρεψε την δημιουργία νομικού πλαισίου και κουλτούρας προηγμένου κράτους. Αυτό, ελπίζεται, θα έχει ανυπολόγιστη θετική επίπτωση στη μακροχρόνια ανάπτυξη της χώρας.

Για να κάνει κάποιος μία ψύχραιμη αποτίμηση της οικονομικής ιστορίας, πρέπει να αναλογιστεί ότι η Ελλάδα είναι μία χώρα η οποία βίωνε έναν πόλεμο κάθε 20 ή 30 χρόνια ή καταστροφές, που κάνουν την παρούσα κατάσταση της πανδημίας να μοιάζει μια προσωρινή μικρή δυσκολία. Οι πόλεμοι, είτε νικηφόροι είτε ατυχείς, κατέληγαν σε καταστροφή των υποδομών, υπερχρέωση και απώλεια ανθρώπινου δυναμικού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο καταστροφικός ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, από τον οποίο η Ελλάδα βγήκε ταπεινωμένη και της επιβλήθηκε πολεμική αποζημίωση και Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Βαρύ οικονομικό κόστος είχε η Ελλάδα και από τους Βαλκανικούς Πολέμους, τη Μικρασιατική Εκστρατεία, καθώς και από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Ωστόσο, το γεγονός ότι συμμετείχε με την πλευρά των νικητών και είχε αποφασιστική συμβολή στη νίκη, της επέτρεψε την προσάρτηση εθνικών εδαφών και αύξηση πληθυσμού, με όλες τις οικονομικές ωφέλειες που είχε αυτό, και οικονομική στήριξη των μεγάλων δυνάμεων για την ανασυγκρότησή της. Άλλωστε είναι γνωστό ότι οι πόλεμοι επιφέρουν την εφαρμογή επεκτατικών δημοσιονομικών πολιτικών. Επιπλέον, η Ελλάδα πάντα αποτελούσε πεδίο ανταγωνισμού και οικονομικών μαχών των ξένων δυνάμεων, λόγω της γεωπολιτικής τοποθεσίας της. Αυτό το γεγονός επέφερε πολλές φορές οικονομική και στρατιωτική στήριξη, αλλά επίσης πολλές φορές οικονομική εξάρτηση, υπονόμευση και εσωτερικό πολιτικό διχασμό.

Αν λάβει κανείς υπόψιν του τις αλλεπάλληλες πολεμικές περιπέτειες, η οικονομική ανάπτυξη την οποία έχει πετύχει η χώρα είναι αξιοσημείωτη. Μεταξύ 1961-2019, έτη για τα οποία υπάρχουν οικονομικά στοιχεία, το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα αναπτυσσόταν κατά μέσο όρο κατά 2,8% ετησίως (έχοντας ήδη λάβει υπόψιν και την ύφεση της τελευταίας δεκαετίας), ποσοστό αξιοζήλευτο για πολλές δυτικές οικονομίες. Ως αποτέλεσμα, το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα, σε όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, από 38% του αντίστοιχου των ΗΠΑ το 1960, έφτασε το 73% το 1980, προτού αρχίσει να μειώνεται ξανά. Συγκρινόμενο με το μέσο εισόδημα της ΕΕ, το 2004 έφτασε στο 98%.

Η σύντομη αυτή επισκόπηση οδηγεί αβίαστα σε ένα συμπέρασμα: η Ελλάδα έχει υποφέρει από την αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, το πελατειακό πολιτικό της σύστημα και τη δομή της οικονομίας της. Είναι όμως μία χώρα η οποία έχει υψηλό δυναμικό οικονομικής ανάπτυξης, διότι κατέχει μία σειρά από σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, στρατηγική γεωγραφική θέση, καλό κλίμα, φυσική ομορφιά, μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά. Η καινούρια πραγματικότητα μετά την πανδημία θα φέρει μεγάλες ανατροπές στην παγκόσμια οικονομία αλλά και ιστορικές ευκαιρίες διείσδυσης σε νέες αγορές. Είναι στο χέρι μας να χρησιμοποιήσουμε με σύνεση αυτές τις ευκαιρίες, ώστε τα επόμενα 200 χρόνια του ελληνικού κράτους να είναι έτη ευημερίας και προόδου. Με τολμηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και αποτελεσματική χρήση των πόρων που είναι διαθέσιμοι από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία, μπορούμε να επιτύχουμε την στροφή της οικονομίας προς τις πράσινες επενδύσεις και την αειφορία, την ψηφιοποίηση των οικονομικών διαδικασιών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, την εκμετάλλευση των νέων τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης, την εξειδίκευση σε αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα και τουρισμό υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, την αύξηση του μεριδίου της βιομηχανίας στο ΑΕΠ. Αν κινηθούμε γρήγορα, έχουμε τις δυνατότητες να ανακτήσουμε τις απώλειες της κρίσης και να επιτύχουμε οικονομική σύγκλιση με το μέσο βιοτικό επίπεδο της Ευρωζώνης μέσα στην επόμενη εικοσαετία.