Κωνσταντίνος Θανασάκης, Δρ. Ιστορίας, Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη

Η Ελλάδα της Ευρώπης, η Ευρώπη της Ελλάδας

Το Ελληνικό Κράτος αποτελεί ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα παγκοσμίως μίας ιστορικής παραδοξότητας πολλαπλών αφηγημάτων και προεκτάσεων: προϋπήρχε, με τα σημερινά του εν πολλοίς σύνορα, πολύ πριν την ύπαρξή του. Ήδη από την «Αναγέννηση», το σχήμα της «Ελλάδας», που είχε αναδυθεί κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, αρχίζει να συγκεκριμενοποιείται και να αποκτά χαρακτηριστικά, τα οποία επέβαλαν στη δυτική σκέψη ένα κράτος που μέχρι το 1830 τουλάχιστον θα βρισκόταν μόνο «στα χαρτιά». Οι άτλαντες της εποχής, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους, δηλαδή τη δυτική Ευρώπη ή την Οθωμανική Αυτοκρατορία, περιέχουν την «Ελλάδα». Ο τρόπος παρουσίασης διαφέρει, καθώς οι οθωμανικοί άτλαντες είναι σχεδόν αποκλειστικά μεταφράσεις έργων, οι οποίες όμως κυκλοφορούν σε μεγάλη κλίμακα. Εντούτοις, τα δείγματα αυτά πιστοποιούν την ύπαρξη στο συλλογικό ασυνείδητο της «Δύσης», όπου τυπώθηκε η πλειονότητα, ενός ακόμα ανύπαρκτου κράτους.

Ομογενοποιητικό στοιχείο αυτής της γεωγραφικής οντότητας αποτέλεσαν φυσικά οι αρχαιότητες και ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός. Από τον Μίνωα και την Κνωσσό μέχρι τον Περικλή, τον Παρθενώνα, τον Δημοσθένη, τον Ναό του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες, τον Μέγα Αλέξανδρο και τους Φιλίππους, η «Ελλάδα» είναι ο χώρος που ταυτίζεται στη δυτική νοοτροπία με το πνεύμα, το κάλλος, τη ρώμη, την ισορροπία και την ιδανική συνύπαρξη του ανθρώπινου με το φυσικό και το θείο.

Η ταύτιση της Ελλάδας με την αρχαιότητα είναι σε όλους μας οικεία. Δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κράτους, καλλιεργήθηκε συστηματικά και αφομοιώθηκε ποικιλοτρόπως από την εθνική, πλέον, ιδεολογία. Αυτό όμως που παραμένει ελάχιστα σαφές είναι ότι αρωγός της διαδικασίας αυτής είναι μία άλλη έννοια, εξίσου δομική: η εξερεύνηση, το ταξίδι. Από τον 16ο αιώνα και μετά, ταξιδιώτες, έμποροι, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, ιταλικής, γαλλικής, γερμανικής, αγγλικής, σουηδικής και ρωσικής καταγωγής, ξεκινούν από τις πατρίδες τους για να εξερευνήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το «διαφορετικό», το «βάρβαρο», καταλήγοντας όμως προοδευτικά να επανανακαλύπτουν την «Ελλάδα» τόσο σε πραγματικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Μέσω χερσαίων και θαλάσσιων διαδρομών, επισκέπτονται τον ελληνικό χώρο, ακόμα και τις πιο δυσπρόσιτες περιοχές, εντυπωσιάζονται από τα ευρήματα και το φυσικό περιβάλλον, τα οποία περιγράφουν εκτενώς και απεικονίζουν με λεπτομέρεια, ενώ ιδέες όπως η δημοκρατία, η ανδρεία, το λιτό και το ουσιώδες, και πάνω από όλα το έννομο άστυ, επαναπροσδιορίζονται και κυριαρχούν. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη βρίσκει στην «Ελλάδα» τη λυδία λίθο της ταυτότητάς της και μέσα από τα κείμενα που κυκλοφορούν και ανατυπώνονται συχνά, ο κάθε αναγνώστης της εποχής, όπως ο σύγχρονος ταξιδιώτης, έχει τη δυνατότητα να έχει «κάτι από την Ελλάδα» μαζί του. Με αυτόν τον τρόπο συντελείται η πολλαπλή αναδόμηση της Ελλάδας, η παγκόσμια «εξαγωγή» της, πριν καν ξεκινήσει η Ελληνική Επανάσταση. Η Ελλάδα, η κοιτίδα του πολιτισμού, έχει αυτοτέλεια και πρέπει να είναι ανεξάρτητη και ελεύθερη.

Η Ελληνική Επανάσταση έρχεται εξαρχής να πιστοποιήσει τα παραπάνω σε «Ανατολή» και «Δύση». Ορόσημο για το ελληνικό κράτος (φυσικά) αλλά και για το παγκόσμιο στερέωμα, ο «Αγώνας για την Ελευθερία» συμβολοποιεί την «Ελλάδα» ακόμα περισσότερο, προσθέτοντας στα χαρακτηριστικά της δύο, πραγματιστικά αυτή τη φορά στοιχεία: την ανδρεία και τη δημοκρατία. Ο πόθος για ανεξαρτησία, τα κατορθώματα των οπλαρχηγών, οι ναυμαχίες και το θάρρος των κατοίκων, με έμφαση στο έμφυλο στοιχείο, κάνουν τον γύρο της Ευρώπης και συμπληρώνουν τη μυθολογία της Ελλάδας. Χαρακτηριστικά που εντοπίζονται στην αρχαιότητα, η ανδρεία, η πολεμική οξυδέρκεια, η ναυτοσύνη και η δημοκρατία, βρίσκουν πραγματική και αδιαμεσολάβητη έκφραση στην Ελληνική Επανάσταση.

Η σημαντικότερη όμως έννοια που αναδεικνύει η Ελληνική Επανάσταση, και υπό τη σκέπη της οποίας τάσσονται όλα τα χαρακτηριστικά της πρώιμης νεωτερικότητας, είναι αυτή της «πατρίδας» και κατ’επέκταση της ταυτότητας του «Έλληνα». Στο πλαίσιο του ρομαντισμού που κυριαρχεί στην Ευρώπη, οι έννοιες αυτές γίνονται αντιληπτές με μία σχετική ρευστότητα, ακροβατώντας μεταξύ της απλής ζωής στη φύση ή του δυτικού τρόπου ζωής στην πρωτεύουσα. Η εντοπιότητα, η γλώσσα, ο αλυτρωτισμός μετατρέπονται σε διακυβεύματα της ελληνικής ταυτότητας που σημάδεψαν τον πρώτο αιώνα του Ελληνικού Κράτους, και εν μέρει απασχολούν τον δημόσιο λόγο ως σήμερα. Σε συνεχή διάλογο με τη Δύση, ο νοερός χώρος «Ελλάδα» μετουσιώνεται με την Ελληνική Επανάσταση στη χώρα Ελλάδα, ανοίγοντας τον δρόμο για να συγκεραστεί το «αρχαίο» με το «νέο», όχι πάντα χωρίς κόστος.