Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς κ. Ἐλπιδοφόρος

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ ἡ Ἐθνεγερσία τοῦ 1821

Ἡ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Εὐαγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου εἶναι γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, ὀφειλόμενη, κατ’ ἐξοχήν, στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Διότι ὅπως ἀπὸ τῆς ρωμαϊκῆς δουλείας σωθήκαμε διὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἔτσι καὶ ἀπὸ τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, κατὰ τῆς ὁποίας μεγάλο διεξήγαμε ἀγῶνα, ἀπαλλαχθήκαμε διὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ μήτηρ μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὑπῆρξε ἡ σώτειρα κιβωτὸς στὸν ὀθωμανικὸ κατακλυσμό. Οἱ κατὰ τῶν ὀθωμανῶν ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτῶν συγκρούσεως ἔφεραν κυρίως θρησκευτικὸ χαρακτῆρα. Ἀμυνόταν ὁ σταυρὸς κατὰ τῆς ἡμισελήνου. Ἐν τούτοις, οἱ ἀγῶνες ἐκεῖνοι εὑρῆκαν ἐξαντλημένο τὸν Ἑλληνισμὸ λόγῳ τῶν προηγουμένων μακρῶν ἀγώνων κατὰ τῶν διαφόρων βαρβάρων.

Ὁ Ρήγας Φεραῖος ἢ Βελεστινλῆς ἔγραφε στὸ πρῶτο σάλπισμά του γιὰ τὴν Ἐλευθερία, ὅτι «τὸ πλέον ὡραιότερον βασίλειον τοῦ κόσμου, ὁποὺ ἐκθειάζεται πανταχόθεν ἀπὸ τοὺς σοφούς, κατήντησεν εἰς μίαν βδελυρὰν ἀναρχίαν, τόσον, ὥστε κανένας, ὁποιασδήποτε τάξεως καὶ θρησκείας, δὲν εἶναι σίγουρος μήτε διὰ τὴν ζωήν του, μήτε διὰ τὴν τιμήν του, μήτε διὰ τὰ ὑποστατικά του. Ὁ πλέον ἥσυχος, ὁ πλέον ἀθῶος, ὁ πλέον τίμιος πολίτης κινδυνεύει κάθε στιγμὴν νὰ γίνῃ ἐλεεινὴ θυσία τῆς τυραννικῆς φαντασίας, ἢ τῶν ἀγρίων τοποτηρητῶν καὶ ἀναξίων μεγιστάνων τοῦ τυράννου, ἢ τέλος (ὅπερ συνεχέστερον συμβαίνει), τῶν κακοτρόπων θηριωδεστάτων μιμητῶν του χαιρόντων εἰς τὸ ἀτιμώρητον κρῖμα, εἰς τὴν σκληροτάτην ἀπανθρωπότητα, εἰς τὴν φονοκτονίαν, χωρὶς καμίαν ἐξέτασιν, χωρὶς καμμίαν χρῆσιν».

Ἀλλὰ ἡ θεία Πρόνοια ἀγρυπνοῦσε αἰῶνες ἐπὶ τῆς ἀθανάτου ἑλληνικῆς φυλῆς. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐγειρόταν ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῆς πολιτικῆς καταστροφῆς τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ὥστε, συνεχίζοντας τὴν παλαιὰ καὶ ἔνδοξη παράδοση, νὰ συμπεριλάβει καὶ συγκρατήσει τὴν ἑνότητα τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων. Ἔτσι, ἡ ἱστορία τῶν Ἑλλήνων παρουσιάζεται συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος. Στὴν συνείδησή τους θὰ ταυτιστοῦν ὁ Παρθενώνας (τὸ «προσκυνητάριον ὅλων τῶν ἐθνῶν» κατὰ τὸν Κιουταχῆ) μὲ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ὁ Ἕλληνας μὲ τὸν Χριστιανό, ἡ ἀξία τῆς ἀρετῆς μὲ τὴν δύναμη τῆς πίστης. Ἡ πάλη τῶν ὑποδούλων πρὸς τοὺς κατακτητὲς ἐξακολουθοῦσε ἀμείλικτη καὶ τραγική, ἀπέναντι στὸν κατακτητή, ποὺ ζητοῦσε νὰ τοὺς ἀφομοιώσει, συγκεντρωμένους περὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ἀμυνόμενους μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἐγκαρτερήσεώς τους.

Θρησκεία, γλῶσσα, ἤθη, ἔθιμα καὶ πολιτισμὸς εἶχαν διευρύνει τὸ μεταξὺ τῶν κατακτητῶν καὶ Ἑλλήνων χάσμα. Ὁ ὀρθόδοξος ἑλληνικὸς κλῆρος, ρακένδυτος καὶ γυμνητεύων στὰ ζοφερὰ ἐκεῖνα χρόνια, ὑπῆρξε ὁ σπουδαιότερος παράγοντας τῆς διασώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ τῆς προπαρασκευῆς γιὰ τὴν πολιτική του ἀπολύτρωση. Ἡ ἐπικείμενη Ἐπανάσταση δὲν ἦταν στάση κατὰ κάποιας νομίμου ἀρχῆς, οὔτε ρήξη κάποιας ἀρχῆς ἐναντίον μιᾶς νομίμου ἐξουσίας, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀντίσταση τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐναντίον τοῦ τυράννου κατακτητῆ, ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ ὁποίου δὲν ἦταν δυνατὸν πλέον νὰ ζήσει. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θὰ συμμετάσχει στὸν Ἀγῶνα, θὰ εὐλογήσει ἐπισήμως καὶ θὰ ἀναπετάσει στὶς 25 Μαρτίου 1821 τὴ σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως. Θὰ εὐλογήσει τὸ λάβαρο τῆς Ἐθνεγερσίας διὰ χειρῶν τοῦ Μητροπολίτου Παλαιῶν Πατρῶν στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Λαύρας στὰ Καλάβρυτα καὶ θὰ μεταδώσει ἀπὸ τὸ ἱερὸ αὐτὸ κέντρο τῆς Πελοποννήσου τὸ ἔναυσμα τῶν ἐπαναστατικῶν φλογῶν σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα.

Ὁ Μητροπολίτης Γερμανός, ὁ ρωμαλέος ἐκεῖνος ἱεράρχης, ὁ διπλωμάτης καὶ Νέστωρ τοῦ Ἀγῶνος, ὅπως ὀνομάστηκε, θὰ γράψει στὴν προκήρυξή του, ἀπευθυνόμενη πρὸς τοὺς προξένους τῶν ξένων ἐπικρατειῶν, ὅτι «ἡμεῖς, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος τῶν χριστιανῶν, βλέποντες ὅτι μᾶς καταφρονεῖ τὸ ὀθωμανικὸν γένος καὶ σκοπεύει ὄλεθρον ἐναντίον μας, πότε μ’ ἕνα καὶ πότε μ’ ἄλλον τρόπον, ἀπεφασίσαμεν σταθερῶς, ἢ ν’ ἀποθάνωμεν ὅλοι, ἢ νὰ ἐλευθερωθῶμεν· καὶ τούτου ἕνεκα βαστοῦμεν τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας, ζητοῦντες τὰ δικαιώματά μας. Ὄντες λοιπὸν βέβαιοι, ὅτι ὅλα τὰ χριστιανικὰ βασίλεια γνωρίζουν τὰ δίκαιά μας, καὶ ὄχι μόνον δὲν θέλουν μᾶς ἐναντιωθῆ ἀλλὰ καὶ θέλουν μᾶς συνδράμει, καὶ ὅτι ἔχουν εἰς μνήμην, ὅτι οἱ ἔνδοξοι πρόγονοί μας ἐφάνησαν ποτὲ ὠφέλιμοι εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, διὰ τοῦτο εἰδοποιοῦμεν τὴν ἐκλαμπρότητά σας καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ προσπαθήσετε, νὰ ἤμεθα ὑπὸ τὴν εὔνοιαν καὶ προστασίαν τοῦ μεγάλου τούτου κράτους».

Ὁ λαὸς ζοῦσε ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὶς ἀναμνήσεις καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀπελευθερώσεως. Ἐπὶ τέσσερις καὶ πλέον αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία συγκρατοῦσε τὸν ὑπόδουλο Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὸν κίνδυνο τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καὶ τὸν παρότρυνε νὰ ἐμμένει στὴν πίστη καὶ τὸν πατριωτισμό του. Τὸ σάλπισμα αὐτὸ τοῦ ὀρθοδόξου κλήρου συνετέλεσε στὸ νὰ ἀναφανεῖ νέφος Νεομαρτύρων, οἱ ὁποῖοι θυσίασαν τὴ ζωή τους ὄχι μόνο γιὰ τὴν θρησκεία ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πατρίδα καὶ τὴν ἐλευθερία της.

Τὸ σύνθημα τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντου «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος», τὸ ὁποῖο ἐπυροδότησε τὸν Ἀγῶνα, ἀντηχοῦσε σὲ κάθε ἑλληνικὴ ψυχὴ ποὺ ἐπιθυμοῦσε τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν ἀνυπόφορο ζυγὸ τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Τὸ σύνθημα αὐτὸ ὑποβοήθησε στὴ διατήρηση τῆς ἑλληνορθοδόξου συνειδήσεως καὶ τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητος τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τοῦ ἰσλαμισμοῦ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θὰ στρέψει περισσότερο τὴν προσοχή της, πέρα ἀπὸ τὶς πύρινες προσευχὲς καὶ ἱκεσίες της, στὴν ἐθνικὴ διαπαιδαγώγηση καὶ στὴν ἀφύπνιση τοῦ λαοῦ μας. Ἐξέφρασε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸ ἀρχαῖο ἰδανικὸ τῆς ἐλευθερίας στηριζόμενη στὴν πίστη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι θεϊκῆς καταγωγῆς καὶ ὅτι τὸ νὰ ἄρχεις εἶναι καθῆκον φυσικὸ καὶ ὄχι προνόμιο εἰς βάρος τῶν ἄλλων.

Στὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν ἀνάπτυξη τῆς συνειδήσεώς του συντέλεσε καὶ ἡ μετὰ τὴν ὀθωμανικὴ κατάκτηση τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν ἐκκίνηση τῆς ἐπικοινωνίας καὶ μετακινήσεως τῶν Ἑλλήνων ἀνὰ τὰ διάφορα κέντρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀναπτυσσόμενοι οἱ Ἕλληνες αἰσθάνονταν βαθύτερα τὰ πλήγματα τῆς τυραννίας καὶ ἀνυπομονοῦσαν γιὰ τὴν ἀπολύτρωση, τῆς ὁποίας τὸν πόθο πάντοτε ἀνέπτυσσε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.

Παραμένει ἀνεξίτηλη στὴν ἱστορικὴ μνήμη ἡ περίπτωση τῆς ἐκζήτησης βοηθείας ἀπὸ τὸ Ἀμερικανικὸ Ἔθνος μέσῳ τῆς Προκηρύξεως τῆς Μεσσηνιακῆς Συγκλήτου καὶ τοῦ Ἀρχιστρατήγου Πέτρου Μαυρομιχάλη. Ἡ Προκήρυξη αὐτὴ ἐστάλη ἀρχικῶς στὸν διαμένοντα στὸ Παρίσι Ἀδαμάντιο Κοραῆ. Ἔπειτα ὁ Κοραῆς θὰ τὴν μεταφράσει καὶ θὰ ἀποστείλει ἀντίγραφο τῆς μεταφράσεως ὁμοῦ μὲ τὸ πρωτότυπο κείμενο στὸν διάσημο Ἀμερικανὸ φιλέλληνα Edward Everett, Καθηγητὴ τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Harvard, ἐκδότη καὶ δημοσιογράφο τῆς ἐφημερίδος North American Review καὶ μεταγενέστερα Γερουσιαστὴ καὶ Κυβερνήτη τῆς Μασσαχουσέττης. Ὁ Everett, στὴ συνέχεια, δημοσίευσε τὸ μεταφρασμένο κείμενο τῆς Προκηρύξεως στὶς ἀμερικανικὲς ἐφημερίδες (25.5.1821). Ἡ δημοσίευσή της κίνησε τὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ συντέλεσε στὴν ἀνάπτυξη φιλελληνικοῦ ρεύματος στὴν Ἀμερική.

Στὴν Προκήρυξη ἔκαναν λόγο γιὰ τὸ ὅτι «ἀποφασίζοντες νὰ ζήσωμεν ἢ νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν ἐλευθερίαν, συρόμεθα πρὸς ἐσᾶς ἀπὸ δικαίαν συμπάθειαν· διότι εἰς τὸν τόπον σας ἐδιάλεξε νὰ κατοικῇ ἡ ἐλευθερία, ἀπὸ μόνους ἐσᾶς λατρευομένη καθὼς ἐλατρεύετο ἀπὸ τοὺς πατέρας μας. Ὅθεν, ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομά της ἐπικαλούμεθα ἐν ταὐτῷ τὸ ἰδικόν σας πεποιθότες ὅτι, μιμούμενοι ἐσᾶς θέλομεν μιμηθῆ τοὺς προγόνους μας καὶ δειχθῆ ἄξιοι ἐκείνων ἂν φθάσωμεν νὰ σᾶς ὁμοιάσωμεν. Αἱ ἀρεταί σας, ὦ Ἀμερικανοί!, μᾶς προσεγγίζουν εἰς ἐσᾶς, μ’ ὅλον ὅτι μᾶς χωρίζουν εὐρύταται θάλασσαι. Ἡμεῖς σᾶς νομίζομεν πλησιεστέρους παρὰ τὰ γειτονεύοντα μὲ ἐμᾶς ἔθνη καὶ σᾶς ἔχομεν φίλους καὶ συμπολίτας καὶ ἀδελφούς, διότι εἶσθε δίκαιοι, φιλάνθρωποι καὶ γενναῖοι. Δίκαιοι, ὅτι καὶ ἐλεύθεροι· φιλάνθρωποι καὶ γενναῖοι, ὅτι πολιτεύεσθε κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον». Ἀντίγραφο τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Προκηρύξεως καὶ γαλλικὴ μετάφραση παραδόθηκε στὸν πρεσβευτὴ τῆς Ἀμερικῆς Albert Galatin στὸ Παρίσι, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ σειρά του τὴν διαβίβασε στὸν Ὑπουργὸ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀμερικῆς John Adams. Κατόπιν τῶν ὡς ἄνω ἐνεργειῶν ἐστάλη ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανοὺς σημαντικὴ ὑλικὴ βοήθεια στοὺς χειμαζομένους Ἕλληνες.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ διέσωσε τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ προπαρασκεύασε τὴν ἀπελευθέρωσή του, συμμετεῖχε δὲ ἔργῳ καὶ λόγῳ τοῦ ἐνδόξου ἀπελευθερωτικοῦ Ἀγῶνος. Εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὸ λαό, εἶναι ἡ κολυμβήθρα ποὺ μᾶς ἀναβαπτίζει καὶ μᾶς διδάσκει πάντοτε τὰ ἰδεώδη τοῦ Γένους, ἀνέκαθεν δὲ οἱ λειτουργοί της, οἱασδήποτε βαθμῖδος, ἐνισχύουν τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς Ἐλευθερίας, συγκακοπαθοῦν μαζί τους καὶ γίνονται ὁλοκαύτωμα ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς φιλτάτης μας Πατρίδος.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία βρέθηκε ἐπικεφαλῆς τῶν δυνάμεων ποὺ ὀργάνωσαν τὴν ἄμυνα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐξασφάλισαν τὴ διατήρησή του μέσα στὶς δύσκολες συνθῆκες τῆς κατακτήσεως καὶ συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὸ Ἔθνος. Ἐμφανίζεται συγχρόνως ὡς ἡ μόνη πολιτικὴ δύναμη ποὺ συνεχίζει κατὰ κάποιον τρόπο τὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία καὶ ἐνσαρκώνει τὸ ὄνειρο ἑνὸς μελλοντικοῦ ἑνιαίου χριστιανικοῦ κράτους. Ἡ ἐθνικὴ ἰδέα βρίσκεται περισσότερο παρὰ ποτὲ συνδεδεμένη μὲ τὴν χριστιανικὴ Ὀρθοδοξία καί, διαμέσου τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὸ ὄνειρο μιᾶς ἐξελληνισμένης χριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας (Νῖκος Σβορῶνος).

Τὸ ἔτος 2021 ἀποτελεῖ σταθμὸ γιὰ τὸ Ἔθνος μας. Θὰ ἑορτασθοῦν τὰ διακόσια ἔτη τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Θὰ ἀνανεωθοῦν οἱ μνῆμες τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ἑλλήνων γιὰ τοὺς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν ἔνδοξους ἀγῶνες τῶν προγόνων τους, οἱ ὁποῖοι πάλεψαν σῶμα μὲ σῶμα μὲ τὸν ἐχθρὸ γιὰ νὰ ἐλευθερώσουν τὴν Πατρίδα ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγό.

Ὁ ρόλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴ δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ θαύματος ὑπῆρξε μοναδικὸς καὶ ἐξαίσιος. Τόσο κατὰ τὴν περίοδο τῆς προετοιμασίας ὅσο καὶ κατὰ τὸ ξεκίνημα τοῦ Ἀγῶνος, τὸ ὁποῖο χάρισε στὸ Ἔθνος τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀνεξαρτησία του. Ἂς φτιάξουμε ὅλοι ἕνα στεφάνι ἀπὸ τὰ μυριόπλεκτα ἄνθη τῆς προσφορᾶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἂς στεφανώσουμε μὲ αὐτὸ τὴ μνήμη τῶν κληρικῶν ἐκείνων ποὺ μὲ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὴν ἕως θανάτου αὐτοθυσία τους ἔθεσαν τοὺς μοναδικοὺς καὶ πολύτιμους λίθους στὸ οἰκοδόμημα τοῦ Εἰκοσιένα.