Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Η συνταγματική ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης: Τα «Συντάγματα του Αγώνα»

Α. «Επαναστατικά Συντάγματα» ή «Συντάγματα του Αγώνα» ονομάζονται τα τρία Συντάγματα (Επίδαυρος 1822, Άστρος 1823, Τροιζήνα 1827) που καταρτίστηκαν κατά την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Ένα πρώτο χαρακτηριστικό τους εντοπίζεται στις κοινές ιδεολογικές τους καταβολές. Το περιεχόμενο των Συνταγμάτων του Αγώνα διαμορφώθηκε υπό την καθοριστική επιρροή των ιδεών του Διαφωτισμού, της προστασίας των ατομικών ελευθεριών, των εθνικών διεκδικήσεων και του συνταγματισμού. Μάλιστα, στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου συμμετείχε ο ιταλός φιλελεύθερος καρμπονάρος Vincenzo Gallina, ο οποίος έθετε υπόψη των μελών της Εθνοσυνέλευσης τα κυριότερα συνταγματικά κείμενα της εποχής.

Το πιο χαρακτηριστικό κείμενο, το οποίο αποδεικνύει το πόσο πολύ ήθελαν οι επαναστατημένοι Έλληνες να ενστερνιστούν τις ευρωπαϊκές δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και να μοιάσουν έτσι στους άλλους Ευρωπαίους, ήταν η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Εθνικής Συνέλευσης της 15ης Ιανουαρίου 1822: «Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Ελλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Ευρώπης και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων Αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτον αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν … Ο κατά των Τούρκων πόλεμος … είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος Ιερός, Πόλεμος, του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία, ενώ τη σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Ευρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Οθωμανών τυραννία επροσπάθησε με βίαν ν’ αφαιρέση … είχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον δια να στερώμεθα εκείνων των δικαίων …; Από τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδελφούς μας Ευρωπαίους χριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Τούρκων …».

Β. Στο επίκεντρο των Συνταγμάτων του Αγώνα βρίσκεται ο φιλελεύθερος χαρακτήρας τους. Τα επαναστατικά Συντάγματα κατοχύρωναν μια σειρά από δικαιώματα, όπως την ελευθερία του Τύπου, την πρόσβαση στην εκπαίδευση και το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας. Οι πιο πρωτοποριακές διατάξεις για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων απαντώνται στο Σύνταγμα της Τροιζήνας, το οποίο κατοχυρώνει ακόμα πιο εκτεταμένες εγγυήσεις της προσωπικής ασφάλειας και ασφαλιστικές δικλείδες στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων των δικαστηρίων και τη δημόσια απαγγελία των αποφάσεών τους, την απαγόρευση επιβολής διπλής ποινής για το ίδιο αδίκημα, την προστασία της ιδιοκτησίας με τη δυνατότητα όμως απαλλοτρίωσης με προηγούμενη αποζημίωση «δια δημόσιον όφελος, αποχρώντως αποδεδειγμένον», την οικονομική ελευθερία και την ελευθερία στην εκπαίδευση, την απαγόρευση της προληπτικής λογοκρισίας και την μη αναδρομική εφαρμογή των νόμων γενικώς (και όχι μόνο των ποινικών νόμων).

Η ελευθερία ήταν η «μία όψη του νομίσματος». Η άλλη όψη ήταν η αρχή της ισότητας που ομοίως κατοχυρωνόταν στα επαναστατικά Συντάγματα σε διάφορες εκφάνσεις της, αποδεικνύοντας ότι η σχέση μεταξύ ελευθερίας και ισότητας είναι συμπληρωματική και όχι αντιθετική.

Γ. Εάν μπορεί να αναδειχθεί μια αρνητική πτυχή των επαναστατικών Συνταγμάτων, αυτή είναι η αμοιβαία δυσπιστία μεταξύ των θεσμικών οργάνων. Το στοιχείο αυτό αντανακλά τη διχόνοια και τις εμφύλιες διαμάχες της περιόδου. Στο πλαίσιο αυτό, τα δύο πρώτα επαναστατικά Συντάγματα καθιερώνουν τη δυαρχία «Βουλευτικού» (της Βουλής) και «Εκτελεστικού» (της Κυβέρνησης). Το ένα όργανο εξαρτάται από το άλλο και κανένα από τα δύο δεν μπορεί να δράσει αυτοτελώς. Η αμοιβαία αυτή δυσπιστία καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής στη ρύθμιση του Συντάγματος της Επιδαύρου, σύμφωνα με την οποία: «Είναι απολύτως απηγορευμένον εις το Βουλευτικόν σώμα να συγκατατεθή εις οποιανδήποτε συνθήκην, σκοπόν έχουσαν την κατάργησιν της πολιτικής του Έθνους υπάρξεως αν μάλιστα αναφανή, ότι το Εκτελεστικόν σώμα περιεπλέχθη εις τοιαύτας παρανόμους συνθήκας, το Βουλευτικόν σώμα χρεωστεί να κατηγορήση τον Πρόεδρον, και μετά τον έλεγχον αυτού να κηρύττη προς το Έθνος έκπτωτον του επαγγέλματός του».

Η κόπωση από τις εμφύλιες διαμάχες και η συνειδητοποίηση της ανάγκης για μια ισχυρή και μονοπρόσωπη κεντρική εξουσία αντανακλάται λίγα χρόνια αργότερα, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας, το οποίο όρισε (άρθρο 41) ότι η «Νομοτελεστική [εξουσία] ανήκει εις ένα μόνον, ονομαζόμενον Κυβερνήτην, έχοντα διαφόρους υπ’ αυτόν Γραμματείς της Επικρατείας». Ο Κυβερνήτης, το πρόσωπο του οποίου είναι απαραβίαστο (άρθρο 103) και ανεύθυνο «δια τας δημοσίας πράξεις του» (άρθρο 104), εκλέγεται για το μεγάλο χρονικό διάστημα των επτά ετών (άρθρο 121) και επικυρώνει (άρθρο 73) τα «προβουλεύματα» (τα ψηφισμένα δηλαδή από τη Βουλή νομοσχέδια).

Δ. Μια λιγότερο γνωστή πτυχή των επαναστατικών Συνταγμάτων είναι ο δημοκρατικός τρόπος κατάρτισής τους. Μπορεί οι Συνελεύσεις που τα κατήρτισαν να μην ήταν απόλυτα αντιπροσωπευτικές, και τα τρία όμως Συντάγματα καταρτίστηκαν με μια διαδικασία που δεν εξασφάλιζε μόνο την ελεύθερη διατύπωση των διαφόρων απόψεων αλλά διακρινόταν και για τον ορθολογικό της χαρακτήρα. Ο Κανονισμός της Εθνικής Νομοδοτικής Συνέλευσης της Επιδαύρου της 20ης Δεκεμβρίου 1821 είναι ιδιαίτερα διδακτικός, ακόμη και σήμερα, για το πώς θα πρέπει να διεξάγεται ο διάλογος: Το μέλος της Εθνοσυνέλευσης «χρεωστεί … να ζητήση προτού τον λόγον από τον πρόεδρον μετά την παύσιν του προμιλούντος· ….. …..Έκαστον των μελών χρεωστεί να προσέχη εις την διατρέχουσαν ομιλίαν και να μην ομιλή ιδιαιτέρως εις τρόπον ενοχλητικόν προς την Συνέλευσιν. …. Κανένα από τα μέλη δεν δύναται να διακόψη τον λόγον του άλλου, και αν φαίνεται άτακτος μόνος ο πρόεδρος παρατηρεί προς τον ομιλούντα ή την παρεκτροπήν ή την αταξίαν».

Ε. Συμπερασματικά, η σημασία των Συνταγμάτων του Αγώνα για την ελληνική συνταγματική ιστορία υπήρξε καθοριστική. Και ναι μεν τα επαναστατικά Συντάγματα σε μεγάλο βαθμό δεν εφαρμόσθηκαν, παρόλα ταύτα μέσω αυτών ο ελληνικός λαός διαπαιδαγωγήθηκε σε ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα (βλ. ιδίως την πρωτοποριακή κατοχύρωση της σχεδόν καθολικής ψηφοφορίας μόλις το 1844), αποδεικνύοντας ταυτόχρονα και τον παιδαγωγικό χαρακτήρα των συνταγματικών κειμένων.

Το πνεύμα και οι προθέσεις των επαναστατημένων Ελλήνων, οι οποίοι σε συνθήκες πολέμου σχεδίαζαν συνταγματικά κείμενα και οραματίζονταν τη συγκρότηση μιας ευνομούμενης Πολιτείας όπου θα κυριαρχεί το κοινό έναντι του ατομικού συμφέροντος, αντανακλώνται στον όρκο των μελών της Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου: «Ορκιζόμεθα εις το όνομα της Τρισυπόστατου Θεότητος και εις το σεβαστόν όνομα της πατρίδος να συσκεπτώμεθα εν ειλικρινεία καθαρά και αδελφική αγάπη, αδιαφορούντες περί των προσωπικών συμφερόντων μας και φροντίζοντες περί μόνου του κοινού της Ελλάδος συμφέροντος».