Παντελής Μπουκάλας, Συγγραφέας - Δημοσιογράφος

Τα δημοτικά τραγούδια σαν επισφαλές κάτοπτρο

Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, με ιστορία περίπου μιας χιλιετίας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους μάρτυρες για το παρελθόν του τόπου και τους ανθρώπους που τον εμψύχωσαν και ταυτόχρονα, στους σπουδαιότερους συντελεστές αυτογνωσίας. Η μαρτυρία τους προσλαμβάνει ποικίλες μορφές, όλες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες για τους Έλληνες του 21ου αιώνα, αν πράγματι μας νοιάζει η ιστορία των προγόνων μας, χωρίς αναδρομικούς εξωραϊσμούς. Κι αν θέλουμε να αντλήσουμε από τη μελέτη της, ουσιώδεις γνώσεις και όχι ηθικά διδάγματα, όπως λέμε με τον συνήθη επιλήσμονα στόμφο στους πολιτικούς, εκπαιδευτικούς, εκκλησιαστικούς και στρατιωτικούς πανηγυρικούς μας. Γνώσεις παρηγορητικές αλλά και πικρές. Γνώσεις που ενθουσιάζουν αλλά και γνώσεις που απογοητεύουν.

Αν διαλέξουμε αποκλειστικά τις μεν ή τις δε, για να δοξάσουμε ή να ελεεινολογήσουμε, θ’ αφήσουμε βεβαίως ικανοποιημένα όσα προκατασκευασμένα σχήματα παγιδεύουν παγίως τη σκέψη μας. Ο αυτοπροσδιορισμός μας όμως, ο ατομικός και ο συλλογικός, θα συνεχίσει να χωλαίνει. Σε σπασμένο καθρέφτη δεν βλέπεις ακέραιο και καθαρό το πρόσωπό σου. Και δεν το βλέπεις φυσικά ούτε σε καθρέφτη στην επιφάνεια του οποίου έχεις επικολλήσει προληπτικά μια ωραιοποιημένη αυτοπροσωπογραφία σου.

Η μαρτυρία των δημοτικών αφορά την καθαυτό Ιστορία, προεπαναστατική και επαναστατική, τη λαϊκή μικροϊστορία (τη στάση της κοινότητας στο ερωτικό πάθος, στο πένθος, στον γάμο, στον ξενιτεμό κτλ.), τη νοοτροπία, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τον εθνωνυμικό αυτοπροσδιορισμό των Νεοελλήνων και τις αντιλήψεις τους για τους σύνοικους και τους περίοικους λαούς. Οι αντιλήψεις αυτές αποκαλύπτονται καθαρότατα στα τραγούδια που εξιστορούν ερωτικές σχέσεις ανάμεσα σε αλλοεθνείς και αλλόθρησκους, σχέσεις που κάθε άλλο παρά ακολουθούν ένα και μόνο μοτίβο, «εθνικώς πρέπον» και κανονιστικό.

Για να αναδειχθεί ωστόσο η ποικίλη μαρτυρία των δημοτικών στη διαύγεια και την πληρότητά της, υπάρχουν ορισμένα προαπαιτούμενα, η παραγνώριση των οποίων θα μας οδηγούσε σε λαθεμένο δρόμο. Το κρισιμότερο προαπαιτούμενο μάς υπαγορεύει να προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε τα όρια που έχει ή θα μπορούσε να έχει η Μεταφορά του Κατόπτρου που χρησιμοποίησε ο Ν.Γ. Πολίτης το 1914. Μεταφορά που έκτοτε έχει επαναληφθεί αναρίθμητες φορές, ατόφια ή ελαφρώς παραλλαγμένη, από χείλη γνωστικά ή και μη.

Εν αντιθέσει με τις παροιμίες, τους μύθους, τα παραμύθια και τα αινίγματα, που φέρουν «πολυπληθή ξένα στοιχεία», επισήμαινε ο Πολίτης, προλογίζοντας τις Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, «εις τα τραγούδια και τας παραδόσεις ο εθνικός χαρακτήρ αποτυπώνεται ακφραιφνής και ακίβδηλος». Οι μεν παραδόσεις, συνέχιζε, «εμφανίζουν πλαστικώς τα εθνικά ιδεώδη», «τα δε τραγούδια εγκατοπτρίζουν πιστώς και τελείως τον βίον και τα ήθη, τα συναισθήματα και την διανόησιν του ελληνικού λαού και εξωραΐζοντα διά του ποιητικού διακόσμου αναζωπυρούν τας αναμνήσεις των εθνικών περιπετειών».

Σχεδόν δύο αιώνες μετά την πρώτη έκδοση συλλογής Ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, από τον Γάλλο νεοελληνιστή Κλωντ Φωριέλ, στο Παρίσι, το 1824-1825, ενόσω η συνταρακτική Ελληνική Επανάσταση ταλανιζόταν από τους εμφυλίους της, οφείλουμε να δούμε προσεχτικά όχι μόνο το ρήμα εγκατοπτρίζουν, που οργανώνει και εικονογραφεί τις σκέψεις του Νικολάου Πολίτη, αλλά και τα δύο κομβικά επίθετα (ακραιφνής και ακίβδηλος), καθώς και τα ισάριθμα επιρρήματα: πιστώς και τελείως. Να διερευνήσουμε δηλαδή αν το κάτοπτρο μάς παραδόθηκε εξαρχής ακέραιο ή πληγωμένο, με ραγισματιές και κάποια κομμάτια του να λείπουν. Να διερευνήσουμε επίσης αν με τον χρόνο οι ραγισματιές εντοπίστηκαν και επουλώθηκαν ή, αντίθετα, πλήθυναν και βάθυναν.

Εδώ είναι αναγκαίο να σημειωθεί πως η ιστορία του νεοελληνικού δημοτικού τραγουδιού, ως υποσύνολο της γενικότερης νεοελληνικής ιστορίας, δεν διασώθηκε από τα δικά της πάθη και λάθη. Το μέρος υπέστη -και ακόμη υφίσταται- ό,τι και το όλον: Υπάρχει η ιστορία των ιστορικών, της επιστήμης καλύτερα, και η δημόσια, κρατικοποιημένη, προς ευρεία κατανάλωση και σωφρονιστική αναπαραγωγή «ορθή» ιστορία, του σχολείου, του στρατού, της Εκκλησίας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Δυστυχώς για την «διανόησίν» μας, αλλά και για τον συναισθηματικό μας κόσμο, η μεταξύ τους απόσταση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί μικρή. Και πιθανόν έτσι εξηγείται η ατελεύτητη κίνηση του εθνικού μας εκκρεμούς ανάμεσα σε δύο άκρα: το άκρο της αυτοαποθέωσης και το άκρο της αυτολύπησης. Το «μέτρον άριστον» παραμένει απλή επιτοίχια επιγραφή.

Για τους επιστήμονες της φιλολογίας και της λαογραφίας η νοθεία των δημοτικών τραγουδιών και αποδεδειγμένη είναι και πολύ παλιά. Και εννοούμε την εσκεμμένη, συστηματική νόθευση του πρωταρχικού υλικού, και κυρίως αυτή που έχει ιδεολογική καταγωγή και στόχευση, όχι απλώς λογοτεχνική. Χονδρικώς, από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι Έλληνες λόγιοι, παίρνοντας τη σκυτάλη από τους ξένους, άρχισαν να ενδιαφέρονται για το δημοτικό τραγούδι, που μέχρι τότε το περιφρονούσαν ανενδοίαστα, εις πείσμα του Διονύσιου Σολωμού, τα τραγούδια άρχισαν να υφίστανται μια αναθεωρητική διορθωτική επεξεργασία που τραυμάτιζε το κάτοπτρο πολύ πιο σοβαρά απ’ ό,τι ο συνήθης γλωσσικός «καθαρισμός».

Στο αυθεντικό σώμα προστέθηκαν μιμητικά στιχουργήματα πλασμένα από λογοτέχνες, λογίους ή και εκδότες δημοτικών. Δεν γνωρίζουμε ακόμα, λόγου χάρη, παρά τη σφοδρότατη κάποια στιγμή αντιπαράθεση του Ρουμελιώτη Γιάννη Βλαχογιάννη με Πελοποννήσιους λογίους, πόσα από τα λεγόμενα κολοκοτρωναίικα είναι γνήσια, της εποχής του κλέφτικου, και πόσα είναι μετεπαναστατικά ομοιώματα, προσωπικά δημιουργήματα γραφείου και όχι συλλογικές επιτεύξεις.

Γνωρίζουμε, αντίθετα, ότι το τιτλοφορούμενο «Ο Δήμος και το καριοφίλι του», που αρχίζει με τον διάσημο στίχο «Μάνα, σού λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω», δεν είναι ακραιφνές δημοτικό αλλά ποίημα του ιστορικού Σπυρίδωνος Λάμπρου· το αποκάλυψε το 1916 ο Ν.Γ. Πολίτης, στη μελέτη του Γνωστοί ποιηταί δημοτικών ασμάτων, εκπλήσσοντας τον λάτρη των δημοτικών Κ. Π. Καβάφη. Κι όμως, από το 1851, οπότε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος το συμπεριέλαβε στα Άσματα δημοτικά της Ελλάδος, δεν έπαψε να αναδημοσιεύεται σαν γνησιότατο δημιούργημα της λαϊκής μούσας και να διδάσκεται στα σχολεία.

Επιπλέον, τα τραγούδια που αντέβαιναν στην ανεκτή ορθότητα και στον σταδιακά σχηματιζόμενο κανόνα, άρχισαν να αποσιωπώνται. Ορισμένα από αυτά δεν υπάρχουν ούτε καν στις Εκλογές. Για παράδειγμα το «Τραγούδι της προδοσίας του Αγίου Γεωργίου», η παραλογή του ενσυνείδητου οιδιποδείου ή τα τραγούδια του έρωτα μεταξύ αλλοφύλων και αλλοθρήσκων. Αν τα διαβάζαμε εγκαίρως, θα μας προσέφεραν πολύ πληρέστερη εικόνα για τη νοοτροπία, τη συναισθηματική ευφυΐα και τον αξιακό κώδικα των προγόνων μας. Για το ελεύθερο φρόνημά τους, το οποίο αποκαλύπτεται υψηλό σε κάθε είδους δημοτικά. Δεν κατοικεί δηλαδή μόνο στα κλέφτικα, λαμπρά μνημεία του ασίγαστου πόθου για έναν βίο χωρίς δυνάστη, και στα ιστορικά, όσα πλάστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, πάντοτε ανώνυμα και δίχως ιδιοκτήτη, για να τιμήσουν τον θάνατο παλικαριών ή για να υμνήσουν με σοφά λιτό τρόπο πράξεις ανδρειοσύνης.