Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η νεοελληνική ιστορία ως αίτημα εκσυγχρονισμού

Από την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (δηλαδή από τα μέσα του 18ου αιώνα), αν και όχι και πιο πριν, το ελληνικό έθνος ανέπτυξε τη φιλοδοξία να αποσπαστεί από τον χώρο της υπανάπτυξης – όπως το έλεγαν τότε, του «ασιατικού δεσποτισμού» – και να ενταχθεί στη χορεία των ευρωπαϊκών κρατών, δηλαδή του ανεπτυγμένου, ευνομούμενου κόσμου. Αναπτύσσοντας την οικονομική δραστηριότητά της και την εκπαίδευση, δηλαδή τις προϋποθέσεις για την πολιτική της έκφραση, η κοινότητα των Ελλήνων προετοίμασε επίπονα και σταδιακά το έδαφος για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού έθνους-κράτους στη δική της περιοχή. Υπήρξαν όμορφες εκφράσεις αυτής της φιλοδοξίας: π.χ. ο Αδαμάντιος Κοραής αναφέρθηκε στους «αλλογενείς Ευρωπαίους», ορίζοντας εμμέσως πλην σαφώς και τους Έλληνες ως τέτοιους.

Η Επανάσταση του 1821, με τις ιδεολογικές της αναφορές στην Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, δηλαδή τα μεγάλα φιλελεύθερα κινήματα της εποχής, ρητά διακήρυξε ότι στόχος ήταν η ένταξη στην Ευρώπη. Σε ένα από τα πιο επίσημα κείμενά της, τη Διακήρυξη της Α΄ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου – δηλαδή τη διακήρυξη της ελληνικής ανεξαρτησίας – στις αρχές του 1822, τονιζόταν: «Από τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας Ευρωπαίους χριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Τούρκων». Υπογράμμιζε, επίσης, ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες αποσκοπούσαν να απαλλαγούν από την οθωμανική «τυραννία» και να ενταχθούν μεταξύ των «ευνομουμένων» λαών της Ευρώπης. Με άλλα λόγια, στο πλέον επίσημο κείμενο του εθνικού αγώνα, υπογραμμιζόταν πως το βασικό κίνητρο των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν η ένταξη στην Ευρώπη, ο εκσυγχρονισμός και η φωτισμένη διακυβέρνηση. Αυτό έδειχναν, άλλωστε, και τα Συντάγματα της Ελληνικής Επανάστασης, τα οποία αποτελούσαν τα πλέον προοδευτικά πολιτικά κείμενα στην Ευρώπη της εποχής τους.

Δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση· επρόκειτο για έναν μεγαλεπήβολο στόχο. Η συγκρότηση ενός έθνους-κράτους (δηλαδή μιας διοίκησης πολύ πιο συγκεντρωτικής σε σύγκριση με τις αυτοκρατορικές δομές που είχαν κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή επί χιλιάδες χρόνια) προκάλεσε μεγάλες εντάσεις. Η γνωστή συζήτηση περί της διαμάχης μεταξύ παραδοσιακών και εκσυγχρονιστικών δυνάμεων ξεκίνησε από τότε και συνεχίζεται, με διάφορες μορφές, έως και τις ημέρες μας. Η οικονομική βάση του νέου κράτους, μετά την Επανάσταση, ήταν ισχνή, ενώ οι φιλοδοξίες του – τόσο στο πεδίο της Μεγάλης Ιδέας όσο και στο επίπεδο των συνταγματικών και πολιτικών θεσμών μετά το 1843 – παρέμεναν μεγάλες. Η ανάπτυξη των θεσμών του κράτους, ειδικά των συνταγματικών, υπήρξε πραγματικά θαυμαστή: τα ελληνικά Συντάγματα του 1844, 1864, 1911, 1927 συγκαταλέγονταν μεταξύ των πλέον προοδευτικών και φωτισμένων της εποχής τους. Αλλά οι ωραίες ιδέες δεν συμβάδιζαν πάντοτε με τη σκληρή πραγματικότητα. Η ασθενής οικονομική βάση υποθήκευε τις προσπάθειες του εκσυγχρονισμού: η χώρα δεν διέθετε τις δυνάμεις και το οικονομικό υπόβαθρο, ώστε να εφαρμόσει πλήρως τις καλές ιδέες στο θεσμικό επίπεδο, ενώ η οικονομική της αδυναμία συχνά την ώθησε στην υπέρμετρη εξάρτηση από τις δυτικές μεγάλες δυνάμεις στις οποίες προσέβλεπε για να εξασφαλίσει υποστήριξη στην ταραγμένη περιοχή στην οποία ανήκε. Η οικονομική αδυναμία υπήρξε το μεγάλο εμπόδιο στην πορεία προς την πρόοδο και ανέστελλε διαρκώς την καλή εφαρμογή των προοδευτικών, εμπροσθοβαρών ιδεών.

Έγιναν πολλές προσπάθειες ώστε να υπερκεραστεί αυτή η οικονομική αδυναμία. Μετά τη συγκρότηση του κράτους στις ημέρες του Καποδίστρια και του Όθωνα (αφ’ εαυτή δύσκολη), εκδηλώθηκαν τρία μεγάλα κύματα εκσυγχρονισμού στη νεοελληνική ιστορία, που αποσκοπούσαν και στην οικονομική αναβάθμιση της χώρας. Το πρώτο συνδέθηκε με τον Χαρίλαο Τρικούπη στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, το δεύτερο με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το Κόμμα Φιλελευθέρων στο πρώτο τρίτο του 20ού. Και στις δύο περιπτώσεις, επρόκειτο για μεγάλα άλματα στην πορεία προς τον εκσυγχρονισμό. Ο Τρικούπης φιλοδόξησε να εντάξει τη χώρα στη Βιομηχανική Επανάσταση, με άλλα λόγια στον σύγχρονο κόσμο. Ο Βενιζέλος εκσυγχρόνισε το κράτος, ιδίως το 1910-12 αλλά και αργότερα, πραγμάτωσε τη Μεγάλη Ιδέα το 1912-20, ενώ μετά το τέλος της σκιαγράφησε τη μεγάλη στρατηγική επιλογή που θα της έδινε τη νέα προοπτική, δηλαδή την οικονομική ανάπτυξη που θα επούλωνε τις πληγές, αλλά και την πλήρη ένταξη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αποδεχόμενος χωρίς επιφυλάξεις το σχέδιο του Γάλλου πρωθυπουργού Αριστείδη Μπριάν για τη συγκρότηση των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Κομβικής σημασίας και τα δύο εγχειρήματα, τελείωσαν όμως με απογοητεύσεις: επήλθαν, επί των ημερών και του Τρικούπη και του Βενιζέλου, δύο χρεωκοπίες, το 1893 και το 1932 – η δεύτερη λόγω της Παγκόσμιας Οικονομικής Κρίσης που είχε ξεσπάσει το 1929. Και οι δύο μεγάλοι εκσυγχρονιστές πέθαναν αυτοεξόριστοι στο Παρίσι, θλιβερό σχόλιο για τη μοίρα των ανθρώπων που πήραν στις πλάτες τους την πρόοδο του έθνους…

Το τρίτο μεγάλο κύμα εκσυγχρονισμού περιλάμβανε τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας κατά την περίοδο 1950-1980 και συνδέθηκε πρωτίστως με το επιτελείο του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στη δική του περίπτωση, το αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο ικανοποιητικό. Η βάση ήταν η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, που σημειώθηκε στη χώρα μετά το 1953. Η οικονομική ανάπτυξη έβγαλε, επιτέλους, την Ελλάδα από τη μοίρα της υπανάπτυξης και την ενέταξε στον αναπτυγμένο δυτικό κόσμο, οικονομικά και κοινωνικά. Η χώρα εντάχθηκε και τυπικά στη Δύση, με καμπές την προσχώρησή της στο ΝΑΤΟ το 1952, τη Σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1961 και την ένταξή της σε αυτήν το 1979-81.

Δεν είναι υπερβολή να τονιστεί ότι, την ώρα της ένταξης στην ΕΟΚ, πραγματώνονταν ορισμένα από τα μεγάλα όνειρα του έθνους στα χρόνια της νεωτερικότητας: η ένταξη στον ανεπτυγμένο κόσμο, η ολοκληρωμένη θεσμική ανάπτυξη και η εδραίωση της δημοκρατίας, καθώς και η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Ήταν ένας παλαιός στόχος, τουλάχιστον από τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ήταν ένας από τους μακροπρόθεσμους στόχους που είχε θέσει, όπως είδαμε, η εθνική Επανάσταση του 1821. Ήταν, τέλος, η δικαίωση των πολυετών προσπαθειών του ελεύθερου κράτους, δηλαδή διαδοχικών γενεών Ελλήνων, μετά την ανεξαρτησία.

Η επίτευξη του στόχου αυτού, όμως, δεν ήταν – και δεν μπορεί να είναι – το τέλος της πορείας. Στην ιστορία δεν υπάρχει κάποιο μηχανιστικό happy end. Με άλλα λόγια, καθήκον των δικών μας γενεών, πιο ευνοημένων από τις παλαιότερες αφού με τους δικούς τους κόπους αποτελούμε τμήμα του ανεπτυγμένου κόσμου, είναι να διαφυλάξουμε αυτήν την πορεία και να βελτιώσουμε ακόμη περισσότερο τις προοπτικές της χώρας μας, ενός από τα παλαιότερα κράτη στην Ευρώπη. Το δικό μας χρέος δεν είναι λιγότερο σημαντικό ή κρίσιμο από αυτό των παλαιότερων γενεών.