Κωνσταντίνος Φίλης, Εκτελεστικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου & αναλυτής διεθνών θεμάτων του Ant1

Ελληνική εξωτερική πολιτική 200 χρόνια μετά την Επανάσταση

Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση, η πατρίδα μας βρίσκεται σε μία από τις κρισιμότερες στροφές της ιστορίας της. Ως ένα μικρό πληθυσμιακά κράτος, το οποίο, όμως, βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί αποτελεσματικά σειρά προκλήσεων, κινδύνων αλλά και ευκαιριών, που δημιουργεί η παρούσα κατάσταση. Το ελληνικό έθνος κατόρθωσε να επιβιώσει, να εξελιχθεί, να προσαρμοστεί και εν τέλει να επικρατήσει έναντι όλων των δυσκολιών που αντιμετώπισε, είτε επρόκειτο για πολέμους, είτε για εμφύλιες διαμάχες, είτε για δικτατορίες, είτε για χρεοκοπίες, και μάλιστα μέσα στα τελευταία διακόσια χρόνια «μεγάλωσε» γεωγραφικά και εδραιώθηκε στον πυρήνα του λεγόμενου «δυτικού κόσμου».

Σε ένα απαιτητικό και μεταβαλλόμενο διεθνές και περιφερειακό σύστημα, η Ελλάδα επιχειρεί να διευρύνει τα περιθώρια των διαπραγματευτικών της ελιγμών, «αναπνέοντας» γεωπολιτικά, εν μέσω διαχείρισης μίας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, εσχάτως δε και της πανδημίας. Είναι ενθαρρυντικό πως στις κεντρικές πολιτικές επιλογές υπάρχει συνέχεια και συναίνεση, ενώ διαπιστώνεται βελτίωση της γεωπολιτικής μας θέσης. Τόσο εμμέσως, εν συγκρίσει, δηλαδή, με την κατάσταση που επικρατεί σε όμορες χώρες, όσο και χάρη στην ορθή αξιοποίηση των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων και της γεωγραφικής μας θέσης.

Η Ελλάδα παραμένει στον στενό πυρήνα της ΕΕ, λογίζεται ως συνεπής εταίρος των ΗΠΑ και χρήσιμος σύμμαχος για το ΝΑΤΟ, αποτελεί εμπορική πύλη εισόδου της Κίνας στην ευρωπαϊκή αγορά, διατηρεί σχέσεις εμπιστοσύνης με ένα σημαντικό μέρος του αραβικού κόσμου, παγιώνει τους δεσμούς της με γειτονικά κράτη (τόσο στον βορρά όσο και στα νότια και νοτιοανατολικά), ενώ συμπεριφέρεται με σύνεση απέναντι στην αυξανόμενη ροπή γειτονικών χωρών προς τον εθνικισμό, διεκδικώντας, στον βαθμό του εφικτού, περιφερειακό πρωταγωνιστικό ρόλο. Χρειάζεται, όμως, οι σχέσεις μας με τη Ρωσία να γίνουν λειτουργικές, μετά το «πάγωμα» των τελευταίων ετών. Η Αθήνα αντιμετωπίζει με τη δέουσα προσοχή και αποφασιστικότητα την Άγκυρα –πρέπει όμως να μην παγιδευτεί στη συντήρηση της έντασης, διαμορφώνοντας συνάμα πλάνο αντιμετώπισης τυχόν κραδασμών σε περίπτωση αποσταθεροποίησης της γείτονος ή περαιτέρω επιδείνωσης των ευρωτουρκικών σχέσεων- ενώ εμφανίζεται πρόθυμη να διευθετήσει οριστικά τις θαλάσσιες συνοριακές της διαφορές με τα γειτονικά κράτη (έγινε η αρχή με Ιταλία και Αίγυπτο και ακολούθησε η Αλβανία), με το πλήρωμα του χρόνου να πλησιάζει και σε σχέση με τις διαφορές μας με την Τουρκία. Παράλληλα, προάγουμε τον διάλογο μεταξύ θρησκειών και πολιτισμών, ανοίγοντας κανάλια με τον αραβικό και τον μουσουλμανικό κόσμο, την Ινδία και μέρος της Λατινικής Αμερικής, προβάλλοντας την ήπια ισχύ μας. Προσώρας, πάντως, ο βαθμός επίδρασης τέτοιων πρωτοβουλιών δεν μπορεί να κριθεί.

Διορθώνοντας τα «φάλτσα» προηγουμένων ετών, η Ελλάδα επιχειρεί να αναδειχθεί εκ νέου ως μέρος της λύσης των προβλημάτων και όχι να παραμείνει δακτυλοδεικτούμενη ως κομμάτι των προβλημάτων της ευρύτερης περιοχής. Έτσι, κερδίζουμε σε κύρος και αξιοπιστία. Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα, την οποία όμως πρέπει να αναπτύξουμε συστηματικά και μεθοδικά στο μέλλον, οι εταίροι μας να απευθύνονται και να διαβουλεύονται με εμάς, ώστε να ακούν εμπεριστατωμένες προτάσεις για τους τρόπους διευθέτησης αλλά και να μας ενεργοποιούν στη διαδικασία επίλυσης. Η Ελλάδα θα μπορούσε κάλλιστα να μετεξελιχθεί σε έναν έντιμο διαμεσολαβητή, καλλιεργώντας τις ανάλογες δεξιότητες.

Αν σταθούμε στις περιφερειακές δυναμικές, πέραν των παραδοσιακών απειλών που καλούμαστε να διαχειριστούμε, τα δραματικά γεγονότα των τελευταίων ετών φαίνεται αντανακλαστικά να μας ευνοούν (ακόμη και στον τουρισμό). Η αναστάτωση στη Μέση Ανατολή, ο οικονομικός και κοινωνικός αντίκτυπος της πανδημίας, η διευρυμένη ακτίνα επιρροής του τρομοκρατικού στοιχείου και ο ασύμμετρος τρόπος δράσης του, η αποσταθεροποίηση της βορειοδυτικής Αφρικής, η συγκέντρωση πληθυσμών τόσο προσφυγικού όσο κυρίως μεταναστευτικού προφίλ στον νότιο ευρωπαϊκό περίγυρο, δημιουργούν την ανάγκη εξεύρεσης στέρεων και ικανών συμμάχων. Η Ελλάδα, βρισκόμενη στην πρώτη γραμμή ανάσχεσης των κινδύνων ασφαλείας (απαιτείται ασφαλώς η συνεχής υποστήριξή της σε ανθρώπινο δυναμικό, τεχνογνωσία και κεφάλαια), δύναται να αποτελέσει αντένα παρακολούθησης των τεκταινομένων στην ευρύτερη περιοχή αλλά, αν κριθεί αναγκαίο, και εφαλτήριο στρατιωτικών επιχειρήσεων, κάτι, βέβαια, που ανάλογα το επίπεδο εμπλοκής, θα μας τοποθετήσει στο στόχαστρο τζιχαντιστικών ομάδων. Όμως, η φύση της Ελλάδας είναι φιλειρηνική και αυτό δεν πρέπει να το «θυσιάσουμε» χάριν ενεργειών που θα στρέφονται σε βάρος άλλων κρατών.

Ιστορικά, πολλώ δε μάλλον σήμερα, χρειαζόμαστε συμπαγείς εταιρικές σχέσεις που θα μας θωρακίσουν έναντι εθνικών κινδύνων. Στην καλή εκδοχή, μπορούμε να μετεξελιχθούμε σε εμπορικό και ενεργειακό κόμβο με σειρά πολλαπλών διασυνδέσεων, να αναχαιτίζουμε αποτελεσματικά τις δραστηριότητες εγκληματικών δικτύων (παράνομη διακίνηση ανθρώπων, εμπορευμάτων αλλά και τρομοκρατών), εξαργυρώνοντας στο πεδίο των εθνικών μας θέσεων την πολυδιάστατη χρησιμότητά μας. Κοντολογίς, ισχυροί διεθνείς δρώντες να έχουν αρκετούς λόγους για να αποτρέπουν τη διατάραξη των συσχετισμών σε βάρος μας (τι εννοεί;;;). Στο απευκταίο, ωστόσο, σενάριο, αν δεν σταθεροποιηθούμε, η γεωγραφική μας θέση θα μετατρεπόταν σε κατάρα. Θα καθιστάμεθα κέντρο διέλευσης εξτρεμιστικών στοιχείων στη Γηραιά Ήπειρο, ενώ το διεθνικό οργανωμένο έγκλημα θα χρησιμοποιούσε την επικράτειά μας για λαθρεμπόριο παντός είδους. Έτσι θα παγιωνόταν η εικόνα ενός ευάλωτου και αναποτελεσματικού παίκτη, που «ξοδεύει» συνεχώς ασφάλεια χωρίς να μπορεί να «ανταποδώσει».

Η υιοθέτηση ρόλου γέφυρας μεταξύ Βρυξελλών και κρατών κρίσιμων για την ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι μία επιπλέον παράμετρος που μπορεί να αποδώσει καρπούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η διαμεσολάβησή μας με την Αίγυπτο, η σταθεροποίηση της οποίας έχει αυτονόητη αξία για την ΕΕ. Θα φανεί προσεχώς αν αυτό το μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει και σε άλλες περιπτώσεις, έστω και μικρότερης σημασίας.

Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση, η Ελληνική Πολιτεία οφείλει να θωρακίσει τη χώρα με προωθημένες πολιτικές. Η επιστροφή ορισμένων εκ των επιστημόνων που μεγαλουργούν στο εξωτερικό (με την παροχή ουσιαστικών κινήτρων) θα μας φέρει τεχνογνωσία και καλές πρακτικές από πιο λειτουργικά κράτη. Η προσέλκυση επενδύσεων βάσει των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, είτε στον αγροδιατροφικό τομέα είτε στην ενέργεια (αξιοποιώντας τις κλιματολογικές συνθήκες) επιβάλλεται. Εξίσου, όμως, απαιτείται και το «άνοιγμα» της ελληνικής οικονομίας σε καινοτόμες τεχνολογίες, με έμφαση στην έρευνα και την εκπαίδευση ενός αρκετά κατηρτισμένου εγχώριου προσωπικού. Η διασύνδεση της εκπαίδευσης (από τη δευτεροβάθμια) με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας είναι επίσης μία αυτονόητη ενέργεια, ώστε να πάψουμε να παράγουμε περισσότερους επιστήμονες σε τομείς που δεν μπορούμε να «καταναλώσουμε». Εξίσου εύλογο είναι η τριτοβάθμια εκπαίδευση μας να διευρύνει τους ορίζοντές της, προσφέροντας την ευκαιρία σε όλο και περισσότερους φοιτητές από το εξωτερικό να σπουδάζουν στην Ελλάδα, ειδικότερα σε θεματικές όπου είμαστε παγκοσμίως φημισμένοι (ιστορία, φιλοσοφία, ολυμπισμός, κ.α.). Τέλος, το εθνικό κέντρο πρέπει να συνδεθεί άρρηκτα με την ομογένεια και τη διασπορά που διαβιεί σε όλα τα μέρη του πλανήτη. Αν οι συμπατριώτες μας έχουν την κατάλληλη καθοδήγηση, χωρίς βέβαια καμία προσπάθεια ποδηγέτησης, μπορούν και οφείλουν να είναι οι καλύτεροι εκφραστές των θέσεών μας στο εξωτερικό αλλά και μέσω μίας διαδραστικής σχέσης, να μεταφέρουν τις τάσεις/δυναμικές (κοινωνικές, οικονομικές, τεχνολογικές) πίσω στο εθνικό κέντρο, ώστε αυτές να συν-αξιολογούνται κατά τη διαμόρφωση των πολιτικών μας.