Ελισσάβετ Τσακανίκα, Διδάκτορας κοινωνιολογίας, μεταδιδακτορική ερευνήτρια του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Ιωάννης Καποδίστριας: πατερναλισμός και αυταρχισμός. Οι δυο όψεις ενός νομίσματος

Διαφορετικοί πολιτικο-ιδεολογικοί χώροι έχουν κατά καιρούς παρουσιάσει τη δική τους εκδοχή της προσωπικότητας και του ιστορικού ρόλου του Ιωάννη Καποδίστρια. Για αυτές τις μεταγενέστερες προσωπογραφίες θα παραπέμψουμε τον αναγνώστη στην εμπεριστατωμένη μελέτη του Χρήστου Λούκου και της Χριστίνας Κουλούρη, Τα πρόσωπα του Καποδίστρια. Στο σημείωμα αυτό θα επιχειρήσουμε να δούμε τον πρώτο Κυβερνήτη με τα μάτια των συγχρόνων του: των οπαδών και των πολυάριθμων εχθρών του. Η σκιαγράφηση των δύο πλευρών θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την κοινωνία που έβγαινε από την Επανάσταση του 1821.

Είναι γεγονός ότι η διακυβέρνηση Καποδίστρια απογοήτευσε τους διανοουμένους που είχαν δει στο 1821 την ευκαιρία για εφαρμογή φιλελεύθερων θεσμών. Εύλογα είχε καλλιεργηθεί σ’ αυτούς η προσδοκία ότι οι εθνοσυνελεύσεις, τα Συντάγματα, η διάκριση των εξουσιών και η ελευθερία του Τύπου ήταν κατακτήσεις που θα διατηρούνταν και μετά την απελευθέρωση. Όταν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι εκδιδόταν η πρώτη εφημερίδα στην επαναστατημένη επικράτεια, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι στο ελεύθερο ελληνικό κράτος θα απαγορευόταν η κυκλοφορία εφημερίδων; Σίγουρα όχι ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, ένας θερμόαιμος νεαρός που εγκατέλειψε τις σπουδές του για να πάρει μέρος στην Επανάσταση και να βοηθήσει στη σύνταξη των προωθημένων συνταγμάτων της. Γι’ αυτό και όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αρνήθηκε να του χορηγήσει εκδοτική άδεια, εκείνος οχυρώθηκε πεισματικά στον βράχο της Ύδρας, την εστία των αντιπολιτευόμενων, απ’ όπου εξέδωσε την εφημερίδα Απόλλων, για να παραδώσει στην εξουσία μαθήματα οργάνωσης ενός κράτους δικαίου.

Ο Απόλλων δημοσίευσε αμέτρητες περιπτώσεις καταπάτησης ατομικών δικαιωμάτων απ’ όλη την επικράτεια: παραβιάσεις του ιδιωτικού ασύλου, του απορρήτου των επιστολών κ.τ.λ. Κατήγγειλε το φαινόμενο των μετακλητών κι εξαρτημένων από την κυβέρνηση δικαστών, των διοικητών που εκτελούσαν δικαστικά καθήκοντα, και των διορισμένων από την εξουσία συνηγόρων. Παρουσίασε μια ιδιαίτερα ζοφερή εικόνα των δημοσίων υπηρεσιών, όπου κατάσκοποι του Κυβερνήτη κατέδιδαν τους συναδέλφους τους στη μυστική αστυνομία. Κατήγγειλε ακόμη ως μνημείο αυταρχισμού τις νέες διορισμένες από την κυβέρνηση δημογεροντίες, (τις οποίες αποκαλούσε ειρωνικά «κυβερνητογεροντίες» και «κακογεροντίες»), επειδή κατέλυσαν το παραδοσιακό κοινοτικό σύστημα, ανατρέποντας κοινωνικές ισορροπίες αιώνων. Στάθηκε ιδιαίτερα στο αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα: επιθεωρητές εκπαίδευσης που τρομοκρατούσαν τους δασκάλους κι εξοστρακισμός των ανθρωπιστικών σπουδών, ιδίως των βιβλίων των διαφωτιστών, συνέθεταν την εικόνα ενός σχολείου που εμπόδιζε τα Ελληνόπουλα να αποκτήσουν συνείδηση ελεύθερων πολιτών.

Το κλίμα της πολιτικής ανελευθερίας που εξόργιζε τους συνταγματικούς, επηρέασε την κρίση τους σχετικά με όλες τις πτυχές της διακυβέρνησης Καποδίστρια, από το πολεοδομικό του έργο ως τη δημοσιονομική και διπλωματική του πολιτική. Στο πρόσωπό του έβλεπαν μόνο έναν τύραννο, που καταπάτησε τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά ιδεώδη του 1821 και στοίχισε στην Ελλάδα την απώλεια του θαυμασμού των προοδευτικών Ευρωπαίων. «Άρπαξε την εξουσίαν από το έθνος», «μας ηπάτησε», θυμόταν για εκείνον η εφημερίδα Αθηνά. «Λύκος αντί ποιμένος», «ηλίθιος αλαζών», «ομογενής τύραννος», «ακούραστος εγκυκλιογράφος», «δήμιος της Ελλάδος», «γέννημα της Κερκύρας και ανάθρεμμα της Βενετίας», είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που σταχυολογήσαμε από τον Απόλλωνα. Όταν ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε, ο Απόλλων έγραψε απερίφραστα ότι ο προορισμός του εκπληρώθηκε και δημοσίευσε ύμνους προς τους «τυραννοκτόνους» Μαυρομιχαλαίους.

Από τη δική του πλευρά, ο Κυβερνήτης αντιπροσώπευε μια εκδοχή της πεφωτισμένης απολυταρχίας: μια πατερναλιστική ηγεσία, που θεωρούσε αναγκαίο τον περιορισμό των συνταγματικών ελευθεριών. Όπως και ο Όθωνας αργότερα, αντιμετώπιζε τα κόμματα ως πηγή εθνικού διχασμού και τη διάκριση των εξουσιών ως «παράλυση» της αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Έβλεπε την ελευθεροτυπία ως «δημαγωγική ελευθερία» και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς ως πεδίο καπηλείας από τις ιδιοτελείς ελίτ που εκμεταλλεύονταν τον πνευματικά ανήλικο λαό. Ήταν γενικώς καχύποπτος απέναντι στις ηγετικές ομάδες του ελληνισμού: διανοουμένους, προκρίτους, καραβοκύρηδες (τους οποίους αρνήθηκε να αποζημιώσει για τις θυσίες τους), άτακτους στρατιωτικούς, (όπως οι Μανιάτες φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας του). Και, φυσικά, τους φιλόδοξους Φαναριώτες, για τους οποίους αναφέρει στην αλληλογραφία του πως «δεν υπάρχει κανένας Έλληνας που να μην τους απεχθάνεται μέχρι τα βάθη της ψυχής του». Σε έναν θεατρικό διάλογο που δημοσίευσε πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του η εφημερίδα Τρακατρούκα, εκπρόσωποι διάφορων κοινωνικών ομάδων, μαζεμένοι στον Άδη, συζητούν για τη δολοφονία Καποδίστρια, επιρρίπτοντας ο ένας στον άλλο την ευθύνη. Το θλιβερό είναι πως όλοι είχαν έναν λόγο να τον δολοφονήσουν.

Εκτός από τους εξαθλιωμένους χωρικούς, που βρήκαν στο πρόσωπο του «Μπαρμπα-Γιάννη» μια υπόσχεση ευνομίας και ασφάλειας, τον στήριξαν και άτομα που δεν προέρχονταν από σημαντικά «τζάκια», όπως ήσσονος σημασίας πρόκριτοι, αλλά κυρίως ετερόχθονες. Αυτοί δεν διέθεταν παραδοσιακά πελατειακά δίκτυα, περιουσία και άλλα ερείσματα στον τόπο, αλλά ισχυροποιήθηκαν χάρη στη δημόσια θέση που εξασφάλισαν με αντάλλαγμα την αφοσίωσή τους. «Τα υπουργήματα είναι όλα εις τας χείρας των ποταπωδεστέρων τυχοδιωκτών», διαμαρτυρόταν ο Απόλλων. Περισσότερο μισητοί απ’ όλους ήταν οι συντοπίτες του Καποδίστρια επτανήσιοι, οι οποίοι «εισήγαγαν ως μόλυσμα την αλλόκοτον γλώσσα των, πολύ χειροτέρα και απ’ αυτήν των Εβραίων και Κατζιβέλων».

Μεταξύ των υπό διαμόρφωση κομμάτων που βρήκε στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας έδειξε την προτίμησή του στο ρωσικό, το οποίο αφενός δεν διέθετε ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες που θα μπορούσαν να τον υπονομεύσουν και αφετέρου πίστευε σε μια ισχυρή ορθόδοξη μοναρχία, κατά το πολιτικό υπόδειγμα της Ρωσίας. Από τους ρωσόφιλους στρατιωτικούς που τον υποστήριξαν, ο σημαντικότερος ήταν αναμφίβολα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Απόλλων φιλοξένησε πλήθος καταγγελιών εναντίον εκείνου και των ανθρώπων του, για βιαιοπραγίες που διέπραξαν σε βάρος συνταγματικών, με το πρόσχημα της καταδίωξης της ληστείας. Μεταξύ αυτών «συναριθμούνται και πολλαί βίαιαι παρθενοφθορίαι», πάντα σύμφωνα με τον Απόλλωνα. Η δίκη του Κολοκοτρώνη την περίοδο της Βαυαρικής Αντιβασιλείας ήταν οπωσδήποτε μια καθυστερημένη εκδίκηση των συνταγματικών απέναντι στον παλιό τους εχθρό.

Δεν θα επεκταθούμε στους τρόπους με τους οποίους η διαμάχη καποδιστριακών – αντικαποδιστριακών αναβίωσε κατά την οθωνική περίοδο. Θα σημειώσουμε μόνο ότι η μνήμη του ίδιου του Καποδίστρια σύντομα αποκαταστάθηκε, όχι μόνο επειδή αυτό επέτασσε η εθνικά αναγκαία μνημειοποίηση του 1821, αλλά και επειδή η ελλαδική κοινωνία είχε ανακαλύψει έναν νέο εχθρό: τη «Βαυαροκρατία». Ακόμη και ο Αλέξανδρος Σούτσος, όταν το 1835 εξέδωσε το αντικαποδιστριακό του μυθιστόρημα Ο Εξόριστος του 1831, διευκρίνισε ότι δεν μνησικακούσε για τα παλιά, αλλά ήθελε αυτά να αποτελέσουν ιστορικό μάθημα για το μέλλον. Οι αποδέκτες της προειδοποίησης ήταν οι Βαυαροί.

Όσοι είχαν πολεμήσει τον Καποδίστρια εμφανίζονταν πλέον ως «ατίθασσα παιδιά», που οδηγήθηκαν στην πατροκτονία παρασυρμένα από τη μεθυστική ελευθερία ενός κόσμου νεωτερικού, όπου οι κυβερνώμενοι ανακάλυψαν τη δύναμή τους. Αλλά και ο αυταρχισμός του Καποδίστρια υποβιβάστηκε σε δίκαιη οργή ενός φιλόστοργου πατέρα που δεν είχε συνηθίσει να αμφισβητούν τη σοφία του. Στην εθνική οικογένεια δεν υπήρχαν πλέον καλοί και κακοί. Ο Καποδίστριας κι ο εμπρηστής του εθνικού στόλου Ανδρέας Μιαούλης έμπαιναν στο ίδιο ηρώο. Και η επίκληση δύο υποτιθέμενων εχθρών, της ξενοκρατίας και της (απρόσωπης) εθνικής διχόνοιας, εξηγούσε όλα τα δεινά και τα παραστρατήματα της επαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου.