Δημήτρης Στεμπίλης, Δημοσιογράφος – Ιστορικός Διευθυντής του ιδρύματος «Νίκος Δασκαλαντωνάκης – NDF»

Τα επαναστατικά συντάγματα 1821-1827 Το Ελληνικό έθνος στην πρωτοπορία

 […] οι πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης

θα πρέπει να καλωσορίζουν κάθε ευκαιρία πληροφόρησης,

σε σχέση με τον λαό στον οποίο χρωστούν τόσες πολλές οφειλές.

Εδώ ανιχνεύουμε, τρόπον τινά, την καταγωγή μας·

τουλάχιστον θα μπορούσαμε να πούμε, εδώ ανιχνεύουμε

την προέλευση των ηθών μας, την πηγή των γνώσεων μας.[1]

 

Αποτελεί κοινό τόπο αναφοράς το γεγονός ότι οι ρίζες της ιστορικής θεμελίωσης του Διαφωτισμού και της επικράτησης του Ορθού Λόγου βρίσκονται στην Αρχαία Ελλάδα. Αυτές είναι οι «οφειλές» των πολιτισμένων χωρών στον Ελληνισμό, που αναφέρει το παραπάνω απόσπασμα γραμμένο στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, την εποχή της πνευματικής επανάστασης στην Ευρώπη. Η πολιτική οργάνωση της αρχαίας Αθήνας, η πρόοδος των επιστημών και κυρίως της φιλοσοφίας και της ιστορίας και η γνώση που μεταλαμπαδεύθηκε μέσω του Βυζαντίου και της Ρώμης, θεωρούνται η μεγάλη κληρονομιά του ελληνικού πολιτισμού στην εποχή της νεωτερικότητας, όταν τα πάντα θα αλλάξουν στην Ευρώπη.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Αμερικής το 1776 και η Γαλλική Επανάσταση το 1789 αποτελούν τα δύο κομβικά γεγονότα που θα επηρεάσουν με τη σειρά τους την πολιτική οργάνωση των εθνών-κρατών και θα οδηγήσουν μέσα από πολιτικές διαδικασίες, κινηματικές ή βελούδινες, σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε Δημοκρατία δυτικού τύπου. Τόσο στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις ΗΠΑ όσο και στα συντάγματα της Γαλλικής Επανάστασης, ο λαός θα ταυτιστεί με το έθνος. Αυτή η ταύτιση θα πυροδοτήσει επαναστάσεις και κινήματα, που η κορύφωσή τους θα λάβει χώρα στα μέσα του 19ου αιώνα, με έτος-σταθμό το 1848.

Ωστόσο, τριάντα περίπου χρόνια νωρίτερα θα ξεσπάσει μια απρόσμενη επανάσταση στην άκρη της Βαλκανικής χερσονήσου, που θα ταρακουνήσει το μεταναπολεόντειο status quo, όπως αυτό είχε εγκαθιδρυθεί από την Ιερή Συμμαχία με την παλινόρθωση, ως αποτέλεσμα της οριστικής ήττας του Ναπολέοντα. Είναι η Ελληνική Επανάσταση του 1821, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η ίδρυση, εννέα χρόνια αργότερα, του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, που παρά το μικρό του μέγεθος και τη μεγάλη του οικονομική ένδεια, θα καταφέρει να επιβιώσει και με τη σταδιακή διεύρυνσή του για ενάμισι περίπου αιώνα, να γιορτάζει φέτος τα 200 χρόνια του.

Ένας από τους βασικούς λόγους αυτής της ανθεκτικότητας και της επιβίωσης ήταν η προσπάθεια για πολιτική οργάνωση ήδη από τον πρώτο χρόνο της επανάστασης που στηρίχθηκε στις ιδεολογικές καταβολές και την κληρονομιά του τέλους του 18ου αιώνα των δύο κομβικών γεγονότων που αναφέρθηκαν παραπάνω. Συνηθίζουμε να ασχολούμαστε με τα πολεμικά γεγονότα και τα κατορθώματα των επαναστατημένων Ελλήνων στα πεδία των μαχών, καθώς και με τον ρόλο των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Ωστόσο, τα επαναστατικά συντάγματα έχουν τη δική τους περίοπτη θέση στην ιστορία της Εθνικής Παλιγγενεσίας και στο πέρασμα προς τη νεωτερικότητα[2], αφού ο χαρακτήρας τους αποτέλεσε πρωτοπορία στην Ευρώπη της εποχής.

Δεν ήταν αυτή η πρώτη εμπειρία των Ελλήνων με τα συντάγματα. Είχε προηγηθεί το σύνταγμα του Ρήγα του 1797, επηρεασμένο από αυτά της Γαλλικής επανάστασης, η «Ελληνική Νομαρχία» του Ανωνύμου και τα συντάγματα των Επτανήσων, έως την υπαγωγή τους στους Άγγλους το 1815.[3] Πριν από τη κατάρτιση των πρώτων εθνικών καταστατικών κειμένων των εξεγερμένων Ελλήνων, είχαν δημιουργηθεί σε πολλά σημεία του ελληνικού χώρου κατά το πρώτο έτος του Αγώνα τα τοπικά πολιτεύματα, όπως o «Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας», ο «Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος», η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος» ή «Οργανισμός του Αρείου Πάγου, Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδος», καθώς και άλλα ψηφίσματα συνταγματικών κειμένων σε νησιά όπως η Σάμος και η Κρήτη. Η σημασία αυτών των πρωτοβουλιών ήταν διττή αφού από τη μια, υπήρχε η ανάγκη για ευνομία στις εξεγερμένες περιοχές και από την άλλη, οι συντάκτες αυτών των κειμένων ήθελαν να εντάξουν στις φιλελεύθερες διατάξεις και παραδοσιακά στοιχεία που εξέφραζαν την προεπαναστατική περίοδο και τους εκπροσώπους της[4]. Τα τρία όμως επαναστατικά συντάγματα είχαν ως θεμέλιο λίθο την αναφορά στο έθνος.

Το πρώτο επαναστατικό σύνταγμα προήλθε από τις εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης, που έλαβε χώρα στην Επίδαυρο στις 20 Δεκεμβρίου του 1821 ως «πρώτη ελευθέρα Συνέλευσις των Ελλήνων έθνους μετά είκοσι δύο αιώνας». Το Σύνταγμα ψηφίστηκε την 1η Ιανουαρίου 1822 κηρύσσοντας την ανεξαρτησία του Έθνους και αιτιολόγησε την επανάσταση. Ονομάστηκε «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» γιατί με τις δημοκρατικές αρχές που περιείχε, δεν ήθελε να προκαλέσει τη σθεναρή αντίδραση της Ιερής Συμμαχίας. Ο αντιαπολυταρχικός του χαρακτήρας αποτελούσε συνέχεια των συνταγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και πρωτοπορία αν αναλογιστεί κανείς το εχθρικό και δυστοπικό διεθνές περιβάλλον της εποχής.[5]

Ο Κολοκοτρώνης μάλιστα, σε έναν λόγο του προς τους αγωνιστές που ήταν δυσαρεστημένοι από τον παραγκωνισμό του Δημητρίου Υψηλάντη από τους προεστούς και θέλοντας να προφυλάξει την Επανάσταση από το να μην χαρακτηριστεί κοινωνική –υπήρχε βέβαια έντονη και αυτή διάσταση- είπε μεταξύ άλλων «[…] Διατί θέλομε τον χαμό μας μονάχοι μας; Ημείς εσήκωσαμε τα άρματα διά τους Τούρκους και έτσι ακουστήκαμε εις την Ευρώπη, ότι σηκωθήκαμεν οι Έλληνες διά τους τυράννους και στέκεται όλη η Ευρώπη να ιδή τι πράγμα είναι τούτο. Οι Τούρκοι είναι απείραγοι εις τα κάστρα και εις ταις χώραις και ημείς εις τα βουνά και αν σκοτώσουμε τους προεστούς, θα ειπούν οι βασιλείς, ότι τούτοι δεν εσηκώθησαν διά την ελευθερίαν, αλλά διά να σκοτωθούν συνατοί τους, και είναι κακοί άνθρωποι, Καρβονάροι, και τότε ημπορούν οι βασιλείς να βοηθήσουν τον Τούρκο και να λάβωμεν ζυγόν βαρύτερον από εκείνον όπου είχαμε ».[6]

Ένα χρόνο αργότερα από την Α’ Εθνοσυνέλευση, στις 29 Μαρτίου 1823, το σύνταγμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε ως αποτέλεσμα της Β’ Εθνοσυνέλευσης που πραγματοποιήθηκε στο Άστρος Κυνουρίας και ονομάστηκε «Νόμος της Επιδαύρου» αφού αποφάσισαν «να φυλαχθώσιν αμετάτρεπτοι και αμετακίνητοι» οι βασικές θεμελιώδεις αρχές του πρώτου εθνικού συντάγματος, μεταρρυθμίζοντας τα δικαιώματα της εκτελεστικής εξουσίας και προσπάθησε να οριοθετήσει περαιτέρω τη σχέση της με τη νομοθετική, το επονομαζόμενο «Βουλευτικόν». Ωστόσο, η πολυαρχία που δημιούργησε το αναθεωρημένο σύνταγμα, όξυνε περισσότερο τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που οδήγησαν σε εμφύλιο πόλεμο μεσούσης της Επανάστασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο «Νόμος της Επιδαύρου» κατοχύρωσε περαιτέρω τα ατομικά δικαιώματα, επιβεβαιώνοντας τον πρωτοπόρο χαρακτήρα του πρώτου συντάγματος.[7]

Το αρτιότερο όμως των επαναστατικών συνταγμάτων ήταν το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» που ψηφίστηκε στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, τον Μάιο του 1827. Υπήρξε το «άνθος» και ο «καρπός» ενός λεμονόκηπου, που ήταν το σημείο όπου έλαβαν χώρα οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης, σε μια περίοδο που όλα ήταν κατεστραμμένα από τον Ιμπραήμ και η υπόθεση της Επανάστασης βρισκόταν σε κίνδυνο. Εκτός από την απόφαση «η εκτελεστική εξουσία παραδοθή εις ένα και μόνον», δηλαδή για επτά έτη στον Καποδίστρια, κάτι που σήμερα μπορεί να μας φαντάζει αντιφατικό, αλλά εξυπηρετούσε τις ανάγκες της εποχής για οργάνωση, το σύνταγμα της Τροιζήνας ήταν πιο ακριβές και πιο δίκαιο από το προηγούμενο σύνταγμα[8]. Η Εθνοσυνέλευση θέλησε να δώσει οριστικό πολίτευμα στη χώρα, χωρίς βασιλιά. Το συγκεκριμένο σύνταγμα είχε εμπνευστεί και εγκολπώθηκε τις πιο δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες της εποχής. Εξαιτίας του προωθημένου νεωτεριστικού χαρακτήρα του, έχει αποτιμηθεί ότι ξεπερνούσε όλα τα άλλα ευρωπαϊκά συντάγματα της εποχής, αποκτώντας έτσι τη δικιά του σημαντική συμβολή στη συνταγματική ιστορία της γηραιάς ηπείρου[9].

Παρά το γεγονός ότι τα τρία συντάγματα και ειδικά το τελευταίο της Τροιζήνας δεν εφαρμόστηκαν, αποτέλεσαν μια σημαντική παρακαταθήκη για τις επόμενες εθνοσυνελεύσεις που θα λάβουν χώρα στο ανεξάρτητο πλέον ελληνικό κράτος. Η κληρονομιά του φιλελευθερισμού και της κατοχύρωσης θεμελιωδών δικαιωμάτων θα επηρεάσει όλα τα επόμενα συντάγματα και μάλιστα, η αρχή της εθνικής κυριαρχίας, «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού», επαναλαμβάνεται σε όλα τα συντάγματα μέχρι το 1952[10], ενώ μεταπολιτευτικά τον όρο Έθνος θα αντικαταστήσει ο όρος Λαός…

 

[1] P.A. Guys, A Sentiμental Journey to Greece, Δουβλίνο 1773, στο Νάσια Γιακωβάκη, Ευρώπη μέσω Ελλάδας, Μια καμπή στην ευρωπαϊκή αυτοσυνείδηση 17ος-18ος αιώνας, βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2006, σελ. 448

[2] Παπατόλιας Απόστολος, «Η συνταγματική ιδεολογία του 1821», Παράδοση και Νεωτερικότητα στον πρώιμο ελληνικό συνταγματισμό, στον ιστότοπο https://www.constitutionalism.gr, σελ. 3

[3] Ευθυμίου Μαρία, Ρίζες και θεμέλια, Οδόσημα της Ιστορίας του Ελληνισμού, σε συνεργασία με τον Μάκη Προβατά, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2020, σελ. 182

[4] Κιτρομηλίδης Πασχάλης, Οι Καταβολές του Ελληνικού Συνταγματισμού (1897-1827), στο 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 2004, σελ. 18-19

[5] Σβώλος Αλέξανδρος, Τα Ελληνικά Συντάγματα, η Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1972, σελ. 20-24

[6] Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Ο στρατιωτικός ηγέτης της Ελληνικής Επανάστασης, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020, σελ. 73

[7]  Ό.π., σελ

[8] Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, τ. 4ος, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, σελ. 129

[9] Σβώλος, ό.π. σελ. 27

[10] Παπατόλιας, όπ. Σελ. 14