Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Γραμματέας Σύνταξης της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ και τακτικός αρθρογράφος της Καθημερινής και της Lifo

Ελληνικό εθνικό κράτος: μια ιστορία επιτυχίας 200 ετών

Τα κράτη είναι περίεργοι οργανισμοί. Όπως όλοι οι ζώντες οργανισμοί δεν είναι πλήρως ελεγχόμενοι από την κεφαλή και ζουν με τις αντιφάσεις τους. Χαρακτηρίζονται από πάθη, εμμονές, αδράνειες, στρεβλώσεις, αλλά αναπτύσσουν και αρετές, φτιάχνουν δηλαδή αυτό που λέμε χαρακτήρα μέσα στα χρόνια. Τα εφηβικά τους χρόνια ταυτίζονται όπως είναι αναμενόμενο με τα χρόνια της αναζήτησης και της οικοδόμησης του εαυτού, της αυτογνωσίας και της επανάστασης.

Στην ελληνική περίπτωση, η επανάσταση του 1821 είναι εκτός από πόλεμος της ανεξαρτησίας και μια χειραφετητική επανάσταση. Και τούτο διότι στις αρχές του 19ου αιώνα, μια εθνική επανάσταση, όπως αυτή, εμπεριέχει το πιο χειραφετητικό και φιλελεύθερο πρόταγμα της εποχής εκείνης η οποία ακόμη κυριαρχείται πανευρωπαϊκά από λογής-λογής μεσαιωνικές δεσποτείες, με οπισθοδρομικότερη όλων τη σουλτανική, που είναι και η πιο σκοταδιστική. Η επανάσταση αυτή είναι ταυτόχρονα όμως μια δημοκρατική επανάσταση, όπως δείχνουν τα συγκλονιστικά κείμενα των συνταγμάτων του Αγώνα (μια ωδή στον φιλελευθερισμό), ενώ ενέχει και στοιχεία ανατροπής της παλιάς κοινωνικής τάξης καθώς φέρνει μπροστά και καινούργια κοινωνικά υποκείμενα. Στη δε γεωπολιτική της διάσταση δένει μετά τις πρώτες παλινωδίες το υπό ανέγερση κράτος στο άρμα της Δύσης και τις δικές της διεθνοπολιτικές προτεραιότητες. Το πώς θα εξελιχθεί φυσικά, τι κράτος και πολίτευμα θα καταλήξει να φτιάξει, είναι μια μεγάλη, πολύπλοκη ιστορία, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλες τις επαναστάσεις. Όμως τα θεσμικά πρότυπα από την πρώτη στιγμή–ήδη από τον Καποδίστρια– δεν είναι άλλα από εκείνα ενός συγκεντρωτικού κράτους, που επίσης συνιστά ένα καθαρά μοντέρνο πρόταγμα ενάντια σε τοπαρχίες και τοπικές πατρωνίες.

Αν η παιδική και η εφηβική ηλικία του ελληνικού κράτους ήταν ο 19ος αιώνας, η μετεφηβική του και η φάση της ωρίμανσής του ήταν σίγουρα ο 20ός αιώνας. Τότε ήταν που άρχισε να αναπτύσσει με δυναμισμό και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση όλα τα σχέδιά του, εκσυγχρόνισε τη διοίκησή του, την εκπαίδευσή του, τον στρατό του, ενοποίησε και ανέπτυξε την οικονομία του, μεγάλωσε τις πόλεις του (ανέπτυξε δηλαδή αυτό που λέμε αστικό πολιτισμό), έβγαλε από την φτώχεια και την ανέχεια το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, που μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, ζούσε ακόμη όπως τον 19ο αιώνα, ιδίως στην ύπαιθρο. Στη διαδρομή αυτή συνάντησε μεγάλες αναποδιές, εσωτερικές και εξωτερικές, κυρίως με δική του ευθύνη αλλά και εξαιτίας των παιχνιδιών της ιστορίας και της γεωγραφίας. Πέρασε δηλαδή, μια κλασική κρίση μέσης ηλικίας. Εμφυλίους και χρεοκοπίες, παλινωδίες, βάλτωμα ή και οπισθοχωρήσεις του εκσυγχρονισμού, ενίοτε ηγεσίες κατώτερες των περιστάσεων και θεσμούς που αφήνονταν να απαξιωθούν. Αλλά και μεγάλες αναστατώσεις στην περιοχή και στη διεθνή σκηνή που το επηρέαζαν άμεσα και ίσως περισσότερο από άλλα εθνικά κράτη της ηπείρου. Βρέθηκε δηλαδή, συχνά, ερήμην του, στο μάτι του κυκλώνα και του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Αυτό ήταν μαζί πρόβλημα αλλά και σωτηρία. Διότι, για τον λόγο αυτό ήταν που έχαιρε μεγαλύτερης προστασίας σε σχέση με άλλα κράτη, όπως και μεγαλύτερης υποστήριξης, αναπτυξιακής και στρατιωτικής από τους εκάστοτε μεγάλους. Ενίοτε φυσικά του υπαγορεύονταν πολιτικές και κατευθύνσεις απέξω ακόμη και ευθείες παρεμβάσεις ή και επεμβάσεις, αλλά συνέβαινε και το αντίθετο: να αποζητά το ίδιο τη βοήθεια και την προστασία, να ψάχνει για καλά πρότυπα διακυβέρνησης και για ξένη τεχνογνωσία ή οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Δεν ήταν συνεπώς ούτε εξαρτημένο, ούτε αποικιοκρατούμενο από ξένες δυνάμεις. Ήταν άλλοτε σε συνεργασία, άλλοτε σε αμφιθυμία με τους προστάτες και τους συμμάχους του, που πάντως ως ισχυρότεροι, είχαν και αυτοί τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή και τα προωθούσαν και τα προστάτευαν, όπως ήταν αναμενόμενο.

Αλλά το ελληνικό κράτος ήταν και παρέμεινε σε όλη την ιστορία του ένα ανεξάρτητο κράτος. Και αυτό κυρίως φαινόταν στις περιόδους εκείνες που είχε συλλάβει δικά του σχέδια και αισθανόταν την αυτοπεποίθηση να τα εφαρμόσει στην πράξη, είχε δηλαδή την ιδιοκτησία των επιλογών του, όπως θα λέγαμε σε σύγχρονη γλώσσα. Ουδείς τότε το εμπόδισε σε όλα αυτά: υπερδιπλασίασε την επικράτειά του, εφάρμοσε στο εσωτερικό τις πολιτικές εκσυγχρονισμού που είχε επιλέξει μόνο του, εντάχθηκε σε μεγάλες διεθνείς ομοσπονδίες και στα κλαμπ των πιο αναπτυγμένων χωρών του κόσμου. Οι επιτυχίες του ήταν αξιοσημείωτες, με όλες βέβαια τις ιδιομορφίες του και τις παλινδρομήσεις του, κατά καιρούς. Το όφειλε τούτο και σε μεγάλες προσωπικότητες της πολιτικής, της οικονομίας, της διπλωματίας, του στρατού, της εκπαίδευσης, της αρχιτεκτονικής, του εμπορίου, της βιομηχανίας, του πολιτισμού. Θα τους συναντήσουμε κατά καιρούς τόσο στο υψηλό επίπεδο όσο και ως μεσαία στελέχη του κράτους. Είναι το ανθρώπινο κεφάλαιο, χωρίς το οποίο δεν λειτουργούν τα κράτη, ούτε κανένας οργανισμός. Δεν υπάρχουν μόνο οι απρόσωπες δυνάμεις της ιστορίας, υπάρχει και κάτι που λέγεται ιστορική ευθύνη κάθε φορά, και κάποιο ατομικό υποκείμενο χρειάζεται να είναι έτοιμο να την αναλάβει.

Αποτελούσε άραγε το ελληνικό κράτος μια εξαίρεση στον δυτικό κόσμο, όπως συχνά λέγεται; Ναι, αν δεχτούμε ότι κάθε κράτος είναι μια εξαίρεση, έχει να διανύσει δηλαδή μια δική του πορεία στον χρόνο, με δικές του ιδιοτυπίες και ιδιοτροπίες. Κατά τα άλλα όμως, δεν το πιστεύω ότι ήταν μια επί τω χείρω εξαίρεση, ούτε σε μόνιμη υπανάπτυξη. Πρώτα και κύρια, και μόνο το γεγονός ότι το σημείο όπου έβαζε διαρκώς τον πήχη ήταν η προηγμένη Δύση, αποδεικνύει πού ακριβώς ήθελε να ανήκει και πού επιδίωκε πάντα να ανήκει. Και τούτο παρότι υπήρξε στην πραγματικότητα ένα νέο μετα-οθωμανικό κράτος, μαζί με αρκετά άλλα στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης, τα οποία παρεμπιπτόντως ουδέποτε κατάφεραν να φθάσουν σε αυτό το επίπεδο προόδου και εκσυγχρονισμού. Αρκεί γι’ αυτό μια ματιά γύρω μας στα Βαλκάνια. Αλλά τα δικά του πρότυπα υπήρξαν πάντοτε υψηλά και φιλόδοξα, εκτός της περιοχής του. Πάντα υπολειπόταν ίσως από αυτά αλλά πάντοτε μόνο αυτά φαντασιωνόταν. Κι έτσι, άλλοτε ναρκισσευόταν, άλλοτε κομπλεξαριζόταν.

Πράγματι, εκεί που είχε πάντα πρόβλημα ήταν στην αυτοεικόνα του. Και σε αυτό έφταιγαν τόσο το ξένο κυρίαρχο βλέμμα όσο και η ημεδαπή διανόησή του. Οι ξένοι που προέρχονταν από ηγεμονικά πολιτισμικά πρότυπα, έκαναν εδώ τις δικές τους προβολές, αντιφατικές κι αυτές: άλλοτε γεμάτες συμπάθεια για τον απόγονο των Αρχαίων Ελλήνων, άλλοτε γεμάτες απαρέσκεια για το «κακομαθημένο παιδί» που ποτέ δεν απέβαλε το οθωμανικό του παρελθόν. Αντίστοιχα και η διανόησή μας: η παράταξη των εκσυγχρονιστών έβλεπε την χώρα αυτή με απογοήτευση, διότι δήθεν ποτέ δεν μπορούσε να γίνει “Δύση”. Η δε παράταξη των λαϊκιστών, ως το μόνιμο θύμα του ιμπεριαλισμού ο οποίος δήθεν δεν επέτρεπε στον περήφανο αυτό λαό να σηκώσει κεφάλι. Τι του έμενε λοιπόν, παρά μόνο η διαρκής “αντίσταση”, τόσο έναντι των επίβουλων ξένων όσο και των ντόπιων “προδοτών” που ήταν, υποτίθεται, εξαρτήματά τους.

Στο βιβλίο μου που εκδόθηκε πρόσφατα με τίτλο, Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους στον εικοστό αιώνα, 1910-2001 (Εστία, 2019) υποστηρίζω ότι η περίοδος της κρίσης όπου δοκιμάστηκαν τα πάντα και όπου, κατά έναν τρόπο, ξαναζήσαμε όλη την ιστορία μας σε φαστ φόργουορντ, βοήθησε στην σχετικοποίηση, αν όχι στην ακύρωση, αυτού του βλέμματος είτε του φθηνού ναρκισσισμού είτε της αέναης αυτομαστίγωσης. Και μας επέτρεψε, σε όσους αντέχαμε τις δύσκολες αλλά λυτρωτικές αλήθειες, να ξαναδούμε τον εθνικό εαυτό ως εκείνο που είναι στην πραγματικότητα: ως ένα εθνικό κράτος που έκανε μεγάλη πρόοδο τον περασμένο αιώνα, που συγκαταλέγεται, παρά τις επιμέρους αποτυχίες του, μεταξύ των πιο προηγμένων του πλανήτη και που παράλληλα, έζησε έντονα τις αντιφάσεις της νεωτερικότητας, πάντοτε εξαιτίας των δικών του επιλογών, καλών ή κακών. Και επίσης, που αναρωτιέται και θα αναρωτιέται συνεχώς ως ένα σχετικά μικρό εθνικό κράτος, πώς μπορεί σήμερα σε έναν παγκόσμιο πλανήτη, να μιλήσει με τη δική του φωνή την παγκόσμια γλώσσα. Και θα έλεγα ότι αυτή η υπαρξιακή διερώτηση, αυτή η διαρκής αναζήτηση ως προς το μέλλον είναι η βασικότερη προϋπόθεση της προόδου, για όλα τα υποκείμενα, ατομικά ή συλλογικά, έτσι κι αλλιώς.

(Μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή του κειμένου είχε διαβαστεί από τον συγγραφέα στην παρουσίαση του βιβλίου του που έγινε στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, στις 4 Δεκ. 2019)