Μάριος Μιχαηλίδης, φιλόλογος-συγγραφέας

Το συμμέτοχον πάθος της Κύπρου στον Αγώνα του 1821

H παρουσία και η προσφορά της Κύπρου στους αγώνες του Έθνους υπήρξε πάντοτε ενεργός και αδιαμφισβήτητη. Από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα, η Μεγαλόνησος έδωσε και εξακολουθεί να δίνει το μαχητικό της παρόν στο πλευρό της μητέρας Ελλάδας.

Σκόπιμο είναι, πριν εστιάσουμε στον Αγώνα του 1821, να επιχειρήσουμε μια σύντομη αναδρομή, προκειμένου να καταφανεί αυτό που καταμαρτυρεί η ίδια η ιστορία.

Η Κύπρος θα διαμορφώσει την Ελληνική φυσιογνωμία της από τα προϊστορικά χρόνια και θα ακολουθήσει την κοινή πορεία του Ελληνισμού. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα καταγράφει τη συμμετοχή των Κυπρίων στον Τρωικό Πόλεμο με πλοία και άντρες, ενώ αφιερώνει εκπληκτικούς στίχους για την περιγραφή του θώρακα του Αγαμέμνονα, που χάρισε σ’ αυτόν ο βασιλιάς της Κύπρου, Κινύρας. Με τον Τρωικό Πόλεμο συνδέεται άμεσα η πόλη της Σαλαμίνας, που ίδρυσε ο Τεύκρος σε ανάμνηση της δικής του πατρίδας. «Ες γην εναλίαν Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν οικείν Απόλλων (…)», απαντά σε ερώτηση της Ελένης, όπως αναφέρει ο Ευριπίδης στην ομώνυμη τραγωδία του.

Εκτός από τον Τεύκρο, αρκετοί ήταν οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου καθώς και άλλοι ξακουστοί Έλληνες που έκτισαν πόλεις στην Κύπρο. Ο Αγαπήνωρ από την Αρκαδία ίδρυσε την Πάφο, ο Χαλκάνωρ το Ιδάλιον, ο Πράξανδρος από τη Λακωνία την Λάπηθο, ο βασιλιάς Κηφέας από την Κερύνεια της Πελοποννήσου (δίπλα στο Αίγιο) ίδρυσε την κατεχόμενη σήμερα, πόλη της Κερύνειας. Οι σχέσεις με τη μητροπολιτική Ελλάδα θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο, κατά τη διάρκεια των κλασσικών και Ελληνιστικών χρόνων.

Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, η Κύπρος θα δεχθεί τον Χριστιανισμό και, έτσι, το ομόγλωσσον και το ομόθρησκον θα δεθεί με το όμαιμον. Η Κύπρος, δηλαδή, θα πορευτεί με τον Ελληνισμό έχοντας «όμοια γλώσσα, όμοια ψυχή». Στα 1191 η Μεγαλόνησος θα περάσει στα χέρια των σταυροφόρων του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, προδικάζοντας την τύχη της Βασιλεύουσας στην Τέταρτη Σταυροφορία. Η δυτική κυριαρχία (Ναΐτες, Λουζινιανοί, Βενετσιάνοι, Άγγλοι) θα κρατήσει μέχρι το 1571, οπότε το νησί θα κατακτηθεί από τους Τούρκους. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας θα διαμορφωθεί η δημογραφική και πολιτική υπεροχή του Ελληνικού στοιχείου. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η εθναρχούσα εκκλησία, προς όφελος του λαού.

Στα νεότερα χρόνια, η ιδέα της Αναγέννησης του έθνους, είχε μεγάλη απήχηση και στην Κύπρο. Στην πρώτη επαναστατική απελευθερωτική κίνηση που εκδηλώθηκε από τον Ρήγα Φεραίο, συμμετείχαν έμποροι και λόγιοι από τη Σιάτιστα, από την Καστοριά μέχρι τη Χίο και την Κύπρο. Όταν η Αυστριακή αστυνομία συνέλαβε τον Ρήγα στην Τεργέστη, ακολούθησαν συλλήψεις μελών των συνωμοτικών πυρήνων στη Βιέννη και την Πέστη. Ανάμεσά τους ήταν και ο Ιωάννης Καρατζάς, 31 ετών, δάσκαλος από τη Λευκωσία. Τελικά, όλοι θα βρουν τραγικό θάνατο στον πύργο Νεμπόιζα του Βελιγραδίου και τα πτώματά τους θα ριχτούν στο Δούναβη.

Η συμμετοχή των Ελλήνων της Κύπρου στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν πλατιά και πολυεπίπεδη. Κατά την προεπαναστατική περίοδο, πολλοί Κύπριοι ήταν ήδη εγκατεστημένοι σε περιοχές, όπου είχε μεταδοθεί η φλόγα της Επανάστασης, γι’ αυτό και αυθόρμητα εντάσσονται στους πυρήνες των Ελλήνων Επαναστατών. Ένας μεγάλος αριθμός εθελοντών θα βρεθούν στην Πελοπόννησο μετά την έκρηξη της Επανάστασης, ενώ άλλοι έλαβαν μέρος σε επαναστατικές διαδικασίες στην ίδια την Κύπρο. Παράλληλα, πολλοί Κύπριοι που αναγκάστηκαν να φύγουν από την Κύπρο, εξαιτίας της αποκαλύψεως της συνωμοτικής-απελευθερωτικής τους δράσης, κατέφυγαν σε ορισμένες Ελληνικές παροικίες της Ευρώπης, όπου αναδείχθηκαν σε δραστήρια μέλη.

Πολλές επίσημες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τον ηρωισμό και το πνεύμα αυτοθυσίας των Κυπρίων. Ο Υποστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, την 1η Ιουλίου 1841, υπογράφει και εγχειρίζει επίσημο έγγραφο στον Κύπριο ευπατρίδη, Νικόλαο Θησέα από τον Στρόβολο της Λευκωσίας, ο οποίος «(…) υπό τας διαταγάς του Δημ. Υψηλάντου συνεμέθεξεν εις τας εναντίον του Μαχμούτ Πασά της Δράμας μάχας το 1822». Σημειώνει, ακόμη, ότι «Ο κύριος Νικόλαος Θησεύς δεν κατεδέχθη να επιβαρύνη το Εθνικόν Ταμείον (…) καθ’ ην εποχήν η Πελοποννησιακή Γερουσία ηξίωσεν εις αυτόν την αρχηγίαν των ξένων στρατιωτών».

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, πάλι, σε ένα χωρίο των Απομνημονευμάτων του γράφει: «Τότε εκεί οπού ριχτήκαμεν στο γιουρούσι μού επληγώθη βαρέως και ύστερα απέθανεν ο καλός και γενναίος πατριώτης Μιχάλης Κυπραίος».

Άξιος μνείας επίσης είναι ο Επίσκοπος Νικομηδείας Αθανάσιος Καρύδης από τη Λάρνακα, στενός συνεργάτης του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, ο οποίος απαγχονίστηκε στις 10 Απριλίου 1821.

Ιδιαίτερη αναφορά επιβάλλεται να γίνει για την μεγάλη οικογένεια Οικονομίδου, της οποίας, όσα μέλη διασώθηκαν από τις σφαγές του Ιουλίου του 1821 στην Λευκωσία, εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και στην Κέρκυρα, όπου και διακρίθηκαν στη διοίκηση της Ιονίου Πολιτείας.

Είναι πολλές οι ιστορικές μαρτυρίες ότι πολλοί Κύπριοι μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Ο πρώτος φιλικός που επισκέφθηκε την Κύπρο, ήταν ο Μετσοβίτης Δημήτριος Ίπατρος, ο οποίος βρήκε πολύ πρόθυμους τόσο τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό όσο και τους σπουδαιότερους προκρίτους του νησιού να προσφέρουν σε χρήμα και είδη για την προετοιμαζόμενη Επανάσταση. Την εντολή για την είσπραξη των συνεισφορών αυτών έδωσε ο Δημήτριος Υψηλάντης στο Αντώνιο Πελοπίδα, ο οποίος και μύησε τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό στη Φιλική Εταιρεία. Γράφει ο Δημήτριος Υψηλάντης προς τον Κυπριανό: «Ο κύριος Δημήτριος Ίπατρος με εβεβαίωσε περί της γενναίας συνεισφοράς σας, την οποίαν η υμετέρα Μακαριότης υπεσχέθη προς αυτόν δια τον “Σχολείον” της Πελοποννήσου. Όθεν (…) κρίνω απαραίτητον να ευχαριστήσω την Υμετέραν Μακαριότητα και να την ειδοποιήσω ότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει». Είναι γνωστό ότι για λόγους ασφάλειας στην μεταξύ τους επικοινωνία, οι Έλληνες είχαν καθιερώσει ένα συνωμοτικό λεξιλόγιο. Το “Σχολείο” παρέπεμπε στην Επανάσταση.

Όμως, όταν ξέσπασε η επανάσταση, οι επιπόλαιες ενέργειες κάποιων φιλικών μετά το κίνημα του Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, έδωσε την αφορμή στον Τούρκο ηγεμόνα του νησιού Κιουτσούκ, να αφοπλίσει τους Κυπρίους και να επιδοθεί σε ένα όργιο σφαγών την 9η Ιουλίου 1821. Για δύο βδομάδες, 470 Κύπριοι Αρχιερείς, ιερείς, προύχοντες και λαϊκοί είτε απαγχονίστηκαν είτε αποκεφαλίσθηκαν. Ανάμεσα τους, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι Μητροπολίτες: Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος, Κυρήνειας Λαυρέντιος, ο Ηγούμενος Κύκκου Ιωσήφ, ο Ηγούμενος Σταυρού Ομόδους, Δοσίθεος και πολλοί άλλοι.

Όσοι διέφυγαν τις σφαγές, κατέληξαν στην Ευρώπη, όπου οργάνωσαν επαναστατικούς πυρήνες. Δέκα από «τους κατά θείαν βοήθειαν εν Ευρώπη διασωθέντας Κυπρίους» υπογράφουν στη Ρώμη ή στο Παρίσι την πρώτη Κυπριακή επαναστατική διακήρυξη: «Έχομεν κάθε δίκαιον να μην γνωρίζομεν πλέον δια διοίκησιν τους αιμοβόρους τούτους ληστάς, αλλά συμφώνως με τους λοιπούς αδελφούς ημών Έλληνας, θέλομεν προσπαθήσει δια την Ελευθερίαν της πάλαι ποτέ μακάριας, ήδη δε τρισαθλίας νήσου Κύπρου».

Αυτό το έγγραφο με ημερομηνία 6 Δεκεμβρίου 1821 υπέγραψαν ο Επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων, ο Έξαρχος Ιωαννίκιος, ο Αρχιμανδρίτης του Αρχιεπισκόπου Θεόφιλος, και επτά πρόκριτοι.

Στη διάρκεια της Επανάστασης καταμαρτυρείται η συχνή προσέγγιση του Κανάρη στη βόρεια ακτή της Κύπρου. Εκεί κατέφθαναν Κύπριοι από τα χωριά Λάπηθος και Καραβάς με πολλές προμήθειες, περισσότερες από όσες ζητούσε ο Κανάρης. Μάλιστα, ο Κηπιάδης στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι πολλοί Κύπριοι κρύβονταν στα καράβια και έτσι κατόρθωναν να φτάσουν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν.

Οι εθελοντές που, τελικά, κατόρθωσαν με πολλές δυσκολίες να φτάσουν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ήταν πολλοί. Ο αριθμός τους ήταν μεγάλος και δυσανάλογος προς το μέγεθος του Κυπριακού πληθυσμού που εκείνη την εποχή έφτανε τις 80.000. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Κυπρίων εθελοντών έφτασε τους 1.000.

Ο πόθος των Ελλήνων της Κύπρου για την ελευθερία υπήρξε αναμφισβήτητα μεγάλος. Οι επιλογές όμως ήταν περιορισμένες, εξαιτίας της αποστάσεως από τον εθνικό κορμό. Όμως, τα τολμηρά σχέδια και οι επινοήσεις, προκαλούν, ειδικά στις μέρες μας, τον θαυμασμό. Ειδικότερα, μια απίστευτη σε σύλληψη και οργάνωση, ήταν η λεγόμενη επιχείρηση στο «Λιβάνιον όρος», στο σημερινό κράτος του Λιβάνου.

Μετά τα δραματικά γεγονότα του Ιουλίου του 1821 ο Νικόλαος Θησεύς κατέφυγε στη Σύμη και από εκεί προσπάθησε, χωρίς όμως επιτυχία, να πείσει τους δημογέροντες της Ύδρας να τον βοηθήσουν να οργανώσει εκστρατευτικό σώμα για την απελευθέρωση της Κύπρου. Εκτός από τον Νικόλαο Θησέα και άλλοι Κύπριοι προσπαθούσαν να πείσουν την προσωρινή διοίκηση της Ελλάδας, να πραγματοποιήσει εκστρατεία στην Κύπρο. Μεταξύ τους, ο Θεόφιλος Θησεύς, ο Χαράλαμπος Μάλης, ο Κυπριανός Βικέντιος. Επειδή όμως η Ελληνική Διοίκηση δίσταζε, οι Κύπριοι άρχισαν να συνεννοούνται με ορισμένους οπλαρχηγούς και πλοιάρχους. Το σχέδιο δράσης απέβλεπε σε μία εκστρατεία κατά του Λιβάνου, οι κάτοικοι του οποίου θα ενώνονταν με τους Έλληνες επιδρομείς, θα απελευθέρωναν τον Λίβανο, κατόπιν την Κύπρο και ακολούθως θα έστελναν 3.000 ιππείς για να πολεμήσουν στην Ελλάδα. Ακόμη, αυτό θα εξασφάλιζε τη δυνατότητα να απελευθερωθεί η Κρήτη, εφόσον οι Τούρκοι θα απασχολούσαν δυνάμεις στον Λίβανο.

Το εκτελεστικό σώμα, η κυβέρνηση, όταν πληροφορήθηκε τα σχέδια, έστειλε επιστολή στην Ύδρα και απέτρεπε τυχόν σύμπραξη. Στο ίδιο έγγραφο υπενθύμιζε ότι οι ναύαρχοι των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων αποφάσισαν «να περιφέρονται στο Αιγαίον Πέλαγος και όλην την Μεσόγειον θάλασσα δια να κατατρέξουν παν πλοίον Ελληνικόν».

Το όλο εγχείρημα έμοιαζε ουτοπικό. Ωστόσο, η επιχείρηση θα γίνει, αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, θα αποτύχει.

Το σχέδιο της απελευθέρωσης παρέμεινε μετέωρο και πυροδοτούσε μόνιμα τις ψυχές των Κυπρίων. Τον Αύγουστο του 1826 ο Αρχιεπίσκοπος, οι Μητροπολίτες και οι προύχοντες της Κύπρου με αναφορά τους στον Καποδίστρια, του οποίου η μητέρα καταγόταν από την Κύπρο, ζήτησαν να ενταχθεί το νησί στην Ελληνική επικράτεια. Όμως, μεγάλη απόσταση και κυρίως τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων εμπόδισαν την πραγματοποίηση αυτής της πρότασης. Ωστόσο, η αλληλογραφία των Κυπρίων με τον Καποδίστρια παραμένει στα αρχεία του κράτους για να υπενθυμίζει, τουλάχιστον στον ερευνητή, τον ασίγαστο πόθο της Ελληνικής Κύπρου για Ελευθερία και Ένωση με τον εθνικό κορμό. Αυτό απέδειξε η Κύπρος με την συμμετοχή της και σε όλους τους μετέπειτα τους αγώνες της Ελλάδας, μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν.